Gold Cross

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

35. Απόστολος της Σύλληψις του Τιμίου Προδρόμου – Γαλ. (4, 22 – 27)


Προς Γαλάτας (4, 22-27)
«…Ἀδελφοί, γέγραπται γὰρ ὅτι Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. Ἀλλ' ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆςἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας.
Ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲνἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν Ἄγαρ· τὸ γὰρ Ἄγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ Ἀραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦνἹερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν.
Γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ρῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆςἐχούσης τὸν ἄνδρα...».

 

ΑΝΑΛΥΣΗ

Σ’ αυτήν την αποστολική περικοπή ο απόστολος μάς αφηγείται μια παλιά ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Αβραάμ είχε δύο γιους τον Ισμαήλ και τον Ισαάκ. Ο Ισμαήλ προερχόταν από την Άγαρ και ο μεν Ισαάκ κατόπιν υποσχέσεως του Θεού, σε μεγάλη ηλικία, από τη γυναίκα του Σάρρα.
Ισμαήλ 
Ο μεν Ισμαήλ συμβολίζει την Παλαιά Διαθήκη που ήταν νόμος δουλείας, μιας και η μητέρα του Ισμαήλ ήταν δούλη, ενώ ο Ισαάκ συμβολίζει την Καινή Διαθήκη χωρίς το ζυγό του Νόμου, μιας και ο Ισαάκ ήταν καρπός υποσχέσεως του Θεού στην ελεύθερη Σάρρα.
Η θαυμαστή γέννηση του Ισαάκ που έλυσε τη στειρότητα της Σάρρας, ήταν ένα χάρισμα του Θεού στον Πατριάρχη Αβραάμ, όπως χάρισμα του Θεού είναι όλα τα παιδιά των άτεκνων μητέρων της ιεράς ιστορίας.
Αφού τα παιδιά είναι ανεκτίμητη δωρεά του Θεού, οφείλουμε να προσέχουμε τη σωστή διαπαιδαγώγησή τους. Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα μας δίνει τη δυνατότητα να μιλήσουμε για την εκκλησιαστική αγωγή των παιδιών.
Ο ιερός Χρυσόστομος μέσα από τις ομιλίες του μας παρακαλεί πριν από τις άλλες υποθέσεις μας να ρυθμίζουμε την αγωγή των παιδιών μας. Τα παιδιά είναι μεγάλο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο και είναι το μέλλον των εθνών. Έθνος που δεν έχει νέους είναι καταδικασμένο σε μαρασμό.
Σωστοί γονείς δεν είναι μόνο αυτοί που τα φέρνουν στον κόσμο, αλλά εκείνοι που τα διαπαιδαγωγούν σωστά, «…εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου…». (Εφ. 6, 4)
Άριστο παιδαγωγικό μέσο είναι η Αγία Γραφή και οι βίοι των αγίων. Αν σε νεαρή ηλικία εντυπωθούν τα καλά διδάγματα κανείς δεν θα μπορεί να τ’ απαλείψει. Ο Παύλος παρατηρεί στον Τιμόθεο «…από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας…», Β’ Τιμ. 3, 15).
Άλλο παιδαγωγικό μέσο είναι ο φόβος του Θεού και όπως λέει και το χωρίο στις Παροιμίες «…αρχή σοφίας φόβος Κυρίου…». Ο άνθρωπος πρέπει να φοβάται την αμαρτία μήπως τον χωρίσει από την πηγή της ζωής που είναι ο Χριστός. Ο φόβος αυτός είναι αρετή. Ο άγιος Ισαάκ μας λέγει πως η αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού. Σιγά σιγά απ’ αυτήν την κατάσταση το παιδί θα οδηγηθεί στην αγάπη του Θεού που «…έξω βάλλει το φόβον…» Α’ Ιωα. (4, 18).
Επίσης ως άριστο παιδαγωγικό μέσο πρέπει να θεωρηθεί η συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία καθώς και στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Μέσα στην Ευχαριστία του Θεού το παιδί θα μάθει να έρχεται σε επικοινωνία με τους «εν Χριστώ» αδερφούς του, θα συμμετάσχει στο κοινό ποτήριο της ζωής, θα ζήσει εμπειρικά την αγάπη και τη θυσία του Χριστού, προς σωτηρία των ανθρώπων.
Σήμερα παρατηρείται μια φοβερή υπογεννητικότητα. Σχολεία κλείνουν, η ύπαιθρος αδειάζει, ενώ δεσπόζουν οι εκτρώσεις, τριπλάσιες απ’ ότι οι γεννήσεις.
Στα παιδιά εισάγονται ξενόφερτοι τρόποι ζωής, παιδεία, μουσική που τ’ απομακρύνουν περισσότερο από την δική τους παράδοση αλλά και από τον χρηστοήθη τρόπο ζωής. Ο ιερός Χρυσόστομος επί τούτου αναφέρει «…μανθανέτω (το παιδί) τοίνυν τω Θεώ ψάλλειν, ίνα μη σχολάζη αισχραίς ωδαίς και διηγήσεσιν ακαίροις…».
Πιθανώς πολλοί να τους απομακρύνουν ακόμα και από το να εκκλησιάζονται θεωρώντας το αποτρόπαιο και αναχρονιστικό. «…Από της εστίας η χάρις…», τονίζει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Εάν οι γονείς παραπαίουν και δεν δίνουν το σωστό παράδειγμα, είναι πολύ πιθανό τα παιδιά να μη μεγαλώσουν σωστά.
Φυσικά και η κακή σχολική διαπαιδαγώγηση επηρεάζει ανεπανόρθωτα τους νέους. Τα περισσότερα παιδαγωγικά προγράμματα είναι ουμανιστικά και απουσιάζει απ’ αυτά ο Θεός και η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ενδιαφέρονται να μεταδώσουν γνώσεις και τίποτα περισσότερο, γι’ αυτό οδηγούν την νεότητα σε αδιέξοδα. 
«…Θρέψον αθλητήν τω Χριστώ…» φωνάζει η αγία μας Εκκλησία, παρακινώντας τους γονείς να εκγυμνάσουν τα παιδιά τους στην ευσέβεια, και στην ανατροφή «…τοις λόγοις της πίστεως και της καλής διδασκαλίας…» Α’ Τιμ. (4, 6-7). 
Κλείνοντας θέλω να επισημάνω πως είναι «…δώρο άδωρο…» να μάθουν γράμματα και κάθε άλλη λογής τέχνη και να αδιαφορούμε για την πραγματική τους μόρφωση που είναι η ευσέβεια. Ο άνθρωπος για να είναι άρτιος Β’ Τιμ. (3, 17), πρέπει να αποκτήσει την παιδεία του Θεού. Γένοιτο.



Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

34/39. Κυριακής μετά την Ύψωσιν - Γαλ. (2, 16 - 20)



Γαλ. (2, 16-20)
«…Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾽Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, ὅτι ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ. Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἄρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο. Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ...».



ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σχέση της τηρήσεως του νόμου και της εν Χριστώ σωτηρίας είναι από τα θεμελιώδη σημεία της διδασκαλίας του αποστόλου Παύλου.
Αφορμή γι’ αυτό είναι οι χριστιανοί που προέρχονταν από τον Ιουδαϊσμό και εξακολουθούσαν μαζί με το Ευαγγέλιο να τηρούν και τις διάφορες διατάξεις του νόμου[1].
Ο Παύλος αντιτάσσει τη σταυρική θυσία του Χριστού, που προσφέρθηκε μια για πάντα για την απολύτρωση των ανθρώπων και τη σωτηρία του κόσμου, καταργώντας τη σημασία όλων αυτών των διατάξεων. Η σωτηρία μας δεν στηρίζεται πλέον στην τήρηση του παλαιού νόμου, αλλά στην πίστη μας στο Χριστό. Γύρω από αυτό το θέμα περιστρέφεται και η σημερινή αποστολική περικοπή.


«...Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾽Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, ὅτι ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ...». στιχ. (16)
Ακλόνητη πεποίθηση του Παύλου, που πηγάζει από την εν Χριστώ εμπειρία του, είναι ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιωθεί με την τήρηση των διατάξεων του Μωσαϊκού νόμου.
Το ρήμα «…δικαιούμαι…» έχει μια ειδική σημασία και αναφέρεται στη σχέση και τη στάση του ανθρώπου προς το Θεό αλλά και το αντίστροφο. Η τήρηση αυτής της σχέσης και στάσης που περιμένει ο Θεός από τον άνθρωπο, συνιστούν τη δικαίωση του προς το Θεό.
Στη στάση αυτή ο άνθρωπος δεν μπορούσε να φτάσει εξαιτίας της δικής του αδυναμίας και να τον τηρήσει με ακρίβεια. Η πλάνη όμως του ιουδαϊκού νόμου ήταν ότι ο άνθρωπος πίστευε πως μπορούσε να φθάσει στη δικαίωση με τις ΔΙΚΕΣ του δυνάμεις και ότι η στάση που προσεγγίζει το Θεό είναι ένα ατομικό κατόρθωμα.
Αυτό που αδυνατεί να δώσει η τήρηση του νόμου, ο άνθρωπος το επιτυγχάνει με την πίστη στο Χριστό. Πίστη στο Χριστό σημαίνει ότι αναγνωρίζει κανείς πραγματικά στο πρόσωπο του Αυτόν που απέστειλε ο Πατέρας. Σημαίνει ότι αποδέχεται τα λόγια Του, διακινδυνεύει το παν για τη Βασιλεία Του, ότι δέχεται να χάσει τα πάντα για να κερδίσει το Χριστό.
Με τη δική μας δικαιοσύνη και με τη δική μας αρετή οι άνθρωποι δεν μπορούμε να σωθούμε. Αν μπορούσαμε με τα έργα του νόμου να δικαιωθούμε τότε γιατί να έρθει ο Χριστός και να σταυρωθεί ὑπέρ ἡμῶν;
«...Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἄρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; Μὴ γένοιτο…» στιχ. 17
Ο απόστολος για ν’ αποδείξει την ορθότητα της διδασκαλίας του, χρησιμοποιεί τη μέθοδο της ατόπου επαγωγής. Με απλά λόγια ο απόστολος μας λέει πως αν εγκαταλείψουμε το νόμο χάριν του Χριστού και με την εγκατάλειψη αυτήν ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΩΝΟΜΑΣΤΕ αλλά ΚΑΤΑΚΡΙΝΟΜΑΣΤΕ, τότε ο Χριστός είναι αίτιος της κατακρίσεως και «διάκονος της αμαρτίας». Αλλά ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι ολοφάνερο ΑΤΟΠΟ και ΒΛΑΣΦΗΜΟ, και γι’ αυτό ο Παύλος το αρνείται με τη φράση «μη γένοιτο».
«...Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι...». στιχ. 18
Εδώ ο απόστολος χρησιμοποιεί ακόμη ένα παράδειγμα της οξύμωρης στάσης των Ιουδαίων χριστιανών. Η καταφυγή των εξ Ιουδαίων χριστιανών στο Χριστό και η αποδοχή του χριστιανικού βαπτίσματος αποδείκνυε την αδυναμία του νόμου να τους δικαιώσει  ενώπιον του Θεού, σημείο το οποίο τους έκανε να τον εγκαταλείψουν και ν’ ακολουθήσουν το Χριστό. Τώρα που είναι χριστιανοί στρέφονται παράλληλα να τηρήσουν τις διατάξεις του νόμου, εκείνου που εγκατέλειψαν, πράγμα που καταδεικνύει πως κακώς το εγκατέλειψαν και προτίμησαν τη σωτηρία που προσέφερε ο Χριστός.
«…Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι…» στιχ. 19
Σ’ αυτόν τον στίχο έχοντας αποδείξει ο Παύλος ότι ο Χριστός δεν είναι διάκονος της αμαρτίας αλλά και ο ίδιος δεν είναι παραβάτης του νόμου, ολοκληρώνει τη θεόπνευστη διδαχή του αποκαλύπτοντας την εσωτερική εμπειρία του από την ένωση και κοινωνία με το Χριστό.
Ο απόστολος «…διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον…» δηλ. πέθανε για τον Μωσαϊκό νόμο δια μέσω του νόμου του Ευαγγελίου και της χάριτος, στον οποίο πίστεψε και υποτάχθηκε.
Ο θάνατος όμως του Παύλου ως προς το νόμο γίνεται τελικά αφορμή ζωής. Μας βεβαιώνει εδώ ο απόστολος πως πέθανε για το νόμο για να ζήσει δια της πίστεως εν κοινωνία με το Θεό και να γίνει μέτοχος της ζωοποιού χάριτος του Υιού Του.
Μετέχει δια του βαπτίσματος στον σταυρό και το θάνατο του Χριστού και ανασταίνεται μαζί Του σε μια καινούρια και αληθινή ζωή. Χάρη σ’ αυτή τη συμμετοχή στο σταυρό ο απόστολος ζει προς δόξα Θεού και για το έργο του Θεού.
«…ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ…» στιχ. 20
Η ενότητα του Παύλου με το Χριστό βρίσκεται στα κορυφαία λόγια του παρών στίχου. Ο Παύλος έχει σταυρωθεί και όμως ζει! Σταυρώθηκε και νεκρώθηκε ο παλαιός άνθρωπος αλλά ζει ο νέος. Πέθανε ως προς το νόμο και τον κόσμο αλλά ζει σε κοινωνία με το Θεό και το Χριστό. Νεκρώθηκε μέσα του η αμαρτία για να ζωοποιηθεί η χάρη.
Ο χριστιανικός τρόπος ζωής υπάρξεως υπερβαίνει του φυσικού (του σαρκικού) τρόπου ζωής. Ο χριστιανικός τρόπος είναι σταυρός και θάνατος, ο οποίος εισάγει στην όντως ζωή. Μας ενώνει με το Χριστό το νικητή του θανάτου και το πλήρωμα της ζωής.
Η επίγεια ζωή όμως αποτελεί ήδη ζωή κοινωνίας με τον αναστημένο και δοξασμένο Χριστό, ζωή που τη μεταμορφώνει η άκτιστη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Κι αυτό επιτυγχάνεται με την πίστη στον Υιό του Θεού που μας αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη ημών.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Όλοι οι άνθρωποι αισθανόμαστε μέσα μας μια ακατανίκητη δίψα ένα πάθος για τη ζωή. Αυτό φανερώνει ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό για να ζήσει αιώνια και ότι ο θάνατος υπήρξε ένα γεγονός παρέμβλητο μέσα στη δημιουργία, καρπός της αμαρτίας, συνέπεια της αποστασίας του ανθρώπου από τον ζώντα και αληθινό Θεό.
Τη δυνατότητα αυτή να ζήσουμε αιώνια σε κοινωνία με τον Θεό και Πατέρα μας, μας τη χαρίζει εκ νέου ο Ιησούς Χριστός. Ο σταυρός του Χριστού νίκησε τη φθορά και το θάνατο και άνοιξε στον άνθρωπο το δρόμο της όντως ζωής. Κι αυτό πρέπει ν’ αποτελεί την ουσία της νυν ζωής, την ένωσή μας με το Χριστό, ώστε η καρδία μας να γίνει κατοικία της του Χριστού χάριτος.
Μπορεί ναι μεν να εξακολουθούμε να ζούμε «ἐν σαρκί» δηλ. βιολογικά, όμως δεν ζούμε πλέον ίδιοι και μόνοι. Ζούμε κάτω από τη μεταμορφωτική επενέργεια της χάριτος. Ενοικεί και ζει μέσα μας ο ίδιος ο Χριστός.
Κάτι που αποδεικνύει ότι ο Χριστός ζει μέσα μας, είναι η υποταγή του θελήματός μας στο δικό Του θέλημα. Τότε και μόνο θα μπορέσουμε να λεγόμαστε πραγματικοί μαθητές του Χριστού, φθάνοντας στην επίγνωση του θελήματός Του, προχωρώντας στην τήρησή Του, στην οποία και έγκειται κυρίως η χριστιανική ζωή. Γένοιτο.




[1] Εδώ δεν εννοούμε το Μωσαϊκό Δεκάλογο – νομοθεσία θεμελιώδη – αλλά ένα πλήθος τυπικών διατάξεων, όπως οι θυσίες, οι εξωτερικοί εξαγνισμοί και προπάντων η περιτομή, στις οποίες παρέμειναν προσηλωμένοι και να θεωρούν την τήρησή τους απαραίτητη για τη σωτηρία.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

33 / 40. Απόστολος Κυριακής ΚΒ' - Γαλ. (6, 11-18)



Γαλ. (6, 11-18)
«…Αδελφοί, ίδετε πηλίκοις υμίν γράμμασιν έγραψα τη εμή χειρί. Όσοι θέλουσιν ευπροσωπήσαι εν σαρκί, ούτοι αναγκάζουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, μόνον ίνα μη τω σταυρώ του Χριστού διώκωνται. Ουδέ γαρ οι περιτετμημένοι αυτοί νόμον φυλάσσουσιν, αλλά θέλουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, ίνα εν τη υμετέρᾳ σαρκί καυχήσωνται. Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω. Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ίσχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις. και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού. Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών, αδελφοί· αμήν...».
 

ΑΝΑΛΥΣΗ

Με αφορμή ότι οι Ιουδαίοι τηρούσαν τυπολατρικά τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου, και κυρίως την περιτομή, συντάσσει αυτήν την επιστολή ο απόστολος, για να τους τονίσει ποιό πρέπει να είναι το αληθινό καύχημα των χριστιανών.
Έτσι στην κούφια καύχηση των Ιουδαίων για την περιτομή της σάρκας, ο Παύλος αντιτάσσει μια άλλη καύχηση, ριζικά διάφορη αλλά γνήσια χριστιανική, την καύχηση για τον Σταυρόν του Κυρίου, και στη θέση του παλαιού κόσμου με τα σύμβολα και τους τύπους, τοποθετεί την «καινή κτίση», την αναγέννηση δηλ. του ανθρώπου και τη μεταμόρφωση του κόσμου που πραγματοποίησε ο Ιησούς Χριστός.  
 
«...Αδελφοί, ίδετε πηλίκοις υμίν γράμμασιν έγραψα τη εμή χειρί...». στιχ. 11
Από τον στίχο αυτό διαφαίνεται πως την επιστολή την έγραψε ο ίδιος ο απόστολος, ενώ κάποιες άλλες τις υπαγόρευε. Αυτό δείχνει την ανησυχία του αλλά και την μεγάλη του αγάπη να καταδείξει και να συνετίσει ο ίδιος το λαό της Γαλατίας.
Επίσης το «…πηλίκοις γράμμασιν…» είναι ακόμα μια ένδειξη που φανερώνει το βαθμό που το βίωνε όλο αυτό ο απόστολος, καταδεικνύοντας άλλοτε με κεφαλαία, άλλοτε με έντονο μελάνι, άλλοτε με αυστηρό τόνο, τις συμβουλές και τη διδασκαλία του επί του θέματος, προβάλλοντας έτσι το ακοίμητο πνεύμα του, αλλά και τη μεγάλη του αγάπη προς το λαό της Γαλατίας.
«...Όσοι θέλουσιν ευπροσωπήσαι εν σαρκί, ούτοι αναγκάζουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, μόνον ίνα μη τω σταυρώ του Χριστού διώκωνται. Ουδέ γαρ οι περιτετμημένοι αυτοί νόμον φυλάσσουσιν, αλλά θέλουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, ίνα εν τη υμετέρᾳ σαρκί καυχήσωνται…» στιχ. 12-13
Ο Παύλος εδώ αρνείται την καθαρότητα των προθέσεων των ιουδαϊζόντων, αφού ζούσαν κι αυτοί μακριά από τα Ιεροσόλυμα ανάμεσα σε εθνικούς και δεν τηρούσαν με ακρίβεια όλες τις διατάξεις του Νόμου.
Κήρυτταν την αναγκαιότητα της περιτομής για να φανούν αρεστοί και στους άλλους Ιουδαίους που δεν πίστεψαν στο Χριστό και για να μην τους επικρίνουν που δέχτηκαν το κήρυγμα του Χριστού.   
Οι χριστιανοί διώκονταν για την πίστη τους όχι μόνο από τους Ιουδαίους αλλά και από τη ρωμαϊκή ειδωλολατρική εξουσία, ενώ η ιουδαϊκή θρησκεία, αναγνωρισμένη και ανεκτή στον ρωμαϊκό κόσμο, παρείχε ασφάλεια και εγγυήσεις.
Επίσης ο απόστολος αρνείται την καθαρότητα των προθέσεων των ιουδαϊζόντων για ακόμα ένα λόγο, την καύχηση. Οι Ιουδαίου υποκινούμενοι από κενοδοξία, ήθελαν να θεωρούνται διδάσκαλοι των Γαλατών.
Συνοψίζοντας εδώ ο απόστολος αναφέρει πως οι προθέσεις των Ιουδαίων της Γαλατίας δεν ήταν καθαρές αλλά χαρακτηρίζονταν από ανθρωπαρέσκεια, αποφυγή διωγμών και ταλαιπωρίας και λόγω καύχησης. 
«...Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω...». στιχ. 14
Στην καύχηση των ιουδαϊζόντων ο Παύλος αντιπαρατάσσει την καύχηση του σταυρού του Χριστού.
Τι ακριβώς είναι το καύχημα του σταυρού;
Είναι η καύχησή μας για την αγάπη του Χριστού, για την αιώνια κοινωνία αγάπης που Αυτός εγκαινίασε μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και την οποία επικύρωσε με τον σταυρικό του θάνατο.
Στον σταυρό του Κυρίου μας στηρίζονται όλες οι ελπίδες μας και απ’ αυτόν πηγάζουν όλες οι χαρές μας. Ο σταυρός είναι το μυστήριο της πίστεως και η δύναμη της Εκκλησίας. Δεν υπάρχει κανένα άλλο πιο ασφαλές και βέβαιο στήριγμα καύχησης και παρηγοριάς όσο ο σταυρός του Χριστού.
Χάρη στη δύναμη του σταυρού ο κόσμος έχει σταυρωθεί γι’ αυτόν, όπως και ο ίδιος για τον κόσμο. Τι εννοούμε εδώ «…κόσμον…»;
«Κόσμο» εδώ εννοούμε τα κοσμικά και βιοτικά πράγματα, τον πλούτο, την εξουσία, τη δόξα και τα όμοιά τους, τα οποία πολλοί θεωρούν λαμπρά και αξιοζήλευτα. Αυτά που δεν μας συνοδεύουν μετά θάνατο!  
Η νέκρωση για την οποία μιλά ο Παύλος έχει διπλό χαρακτήρα, και ο κόσμος ήταν νεκρός για τον απόστολο, αλλά και ο απόστολος ήταν νεκρός για τον κόσμο. Στεκόταν πάνω από το πνεύμα του κόσμου, μένοντας αδιάφορος μπροστά στα θέλγητρα και στις απειλές του.
«…Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ίσχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις…» στιχ. 15
Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού Χριστού ελευθερώνει τους ανθρώπους από την πονηρία και την κακία τους ενεστώτος αιώνος. Ο Χριστός με το σταυρό του βεβαιώνει εισάγει τους ανθρώπους σε μια νέα δημιουργία.
Ούτε η περιτομή αλλά μήτε και η ακροβυστία, συμβάλλουν στην σωτηρία του ανθρώπου. Αυτά δεν έχουν καμιά αξία στην «καινή κτίση»[1] στην οποία μας εισάγει ο Κύριος με τον σταυρικό θάνατο και την Ανάστασή του.
«…και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού…» στιχ. (16)
«Κανών» είναι η διδασκαλία, που ο απόστολος ανέπτυξε προηγουμένως προς τους Γαλάτες. Όσοι από τους ανθρώπους ακολουθούν πιστά τον «κανόνα» της ευαγγελικής διδασκαλίας λαμβάνουν το «έλεος» και την «ειρήνη» του Θεού. Το έλεος είναι δε αυτό που εξασφαλίζουμε την άφεση των αμαρτιών μας και η ειρήνη είναι αυτή που μας ενώνει με το Θεό.
Χρέος μας λοιπόν αν πράγματι επιζητούμε το έλεος και την ειρήνη του Θεού, είναι η πιστή τήρηση του θελήματός Του, όπως μας έγινε γνωστό από το Ευαγγέλιο του Κυρίου.
«…Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω…» στιχ. (17)

Ο τόνος που χρησιμοποιεί εδώ ο απόστολος είναι αυστηρός και επιτιμητικός. Πρόθεση του αποστόλου δεν είναι τους κακίσει αλλά να τους εμπνεύσει εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, αλλά και σεβασμό στο Ευαγγέλιο που κήρυττε.
Κάνει αναφορά στους κόπους και στα σημάδια επί του σώματος ένεκα των ποικίλων ταλαιπωριών που υπέστη όχι για να προβάλλει τον εαυτό του και το αποστολικό του αξίωμα αλλά για να τους καταστήσει σαφές, ότι αυτοί που διδάσκουν την αλήθεια, αυτοί είναι που δέχονται διωγμούς αλλά και να δεινοπαθήσουν πρόθυμα γι’ αυτήν.
«…Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών, αδελφοί· αμήν…» στιχ. (18)
Εδώ στον τελευταίο στίχο ο απόστολος εκφράζει την αγάπη και την οργή του που έτρεφε για το λαό της Γαλατίας. Τα αισθήματα του αποστόλου κρύβονται στη λέξη «αδελφοί» μου, καθώς και στην ευχή που τους δίνει η χάρις του Θεού να τους συντροφεύει. Δεν υπάρχει πιο μεγάλο, η χάρης του Θεού να κατοικεί μέσα μας. Μας στηρίζει στο δρόμο της χριστιανικής ζωής, μας παρηγορεί στις δοκιμασίες και αποτελεί εγγύηση και προϋπόθεση σωτηρίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


«…Καυχάσθαι εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών…»!!! Η καύχηση του χριστιανού είναι ο σταυρός του Κυρίου μας. Ο σταυρός του Κυρίου μας είναι ο θάνατος της αμαρτίας και η θύρα της ζωής. Είναι η νέκρωση των παθών και ο δρόμος προς την ανάσταση. Ο σταυρός είναι η ωραιότης της Εκκλησίας μας. Χωρίς το σταυρό δεν υπάρχει Εκκλησία ούτε χριστιανισμός.
Για ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό και να συμμετάσχουμε στη ζωή που απαιτείται, πρέπει να σηκώσουμε το σταυρό μας και να ενστερνιστούμε την κακοπάθεια της σταυρωμένης ζωής.
Η καύχηση του σταυρού, όπως μας διαμηνύει και ο απόστολος, συνδέετε με τη νέκρωση του κόσμου για τον χριστιανό και του χριστιανού για τον κόσμο. Και τα δύο μαζί συνιστούν τον αγώνα της χριστιανικής ζωής, την άρση του σταυρού του Χριστού και τη συμμετοχή μας στα παθήματα Του.
Τίποτε δεν υπάρχει μακαριότερο από τη «νέκρωση του κόσμου». Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα της χριστιανικής ζωής. Γένοιτο.





[1] Είναι η αναγέννηση των ανθρώπων που μας προσφέρει ο Χριστός με όλες τις σωστικές συνέπειές της και στην παρούσα αλλά και στη μέλλουσα ζωή. Μπορούμε να πούμε πως και «καινή κτίσις» είναι ο κόσμος της Εκκλησίας, που μέσα από τη θλίψη του σταυρού, μεταμορφώνεται και ανασταίνεται, για να περάσει από τη θνητότητα στην αθανασία, από τη φθορά στην αφθαρσία.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΗ'. Η ΦΘΑΡΤΟΤΗΤΑ


Θεέ μου «εγέννησάς με και έπλασάς με»,
και στο μάταιο τον κόσμο «παρέδωσάς με».

Κύριε, με ένδυσες με το φθαρτό τούτο σώμα,
όπως η Εύα και ο Αδάμ, που έγιναν από χώμα.

Αλλά μέσα στο ασθενή αυτό σώμα που με περιζώνει,
υπάρχει η θεία Σου Πνοή η Ζώσα, που με αναβιώνει.

Αυτό το έκανες για να μου δώσεις το δικαίωμα της Ζωής,
αν στη μάχη της ζωής αξιωθώ να βγω θριαμβευτής.

Χωρίς τη Χάρη Σου δεν δύναται ν’ αντέξω,
και απ’ τις πλάνες του εχθρού, να μπορέσω να ξεμπλέξω.

Γι’ αυτό βαπτίζομαι στο θάνατο και στην Ανάστασή Σου,
και περιμένω με ελπίδα και χαρά την συμπαράστασή Σου.

Ντύνω το σώμα μου με την πνευματική Σου πανοπλία,
και παρατάσσομαι θαρεττά[1], μπροστά στου κόσμου τα θηρία.

Πόσο τρωτός και ευάλωτος Κύριε γίνομαι, εκτός της Χάριτός Σου,
σαν καλαμιά στον κάμπο γίνομαι, που την «δέρνει» ο άνεμός Σου.

Θαυμαστή και διακριτή είναι η επίπτωση της χάριτος στο σώμα,
γιατί όταν η ψυχή πάλλεται και δοξολογεί, παίρνει θείο χρώμα.

Το πρόσωπο φωτίζεται, η ψυχή μας γαληνεύει,
και αυτό στο σώμα φαίνεται, που θαρρείς αναριγεί.

Όταν η ψυχή αποστατεί και βουτηγμένη στα εγκόσμια ραθυμεί,
το σώμα μαραίνεται, ρυπαίνεται και συχνά πυκνά ασθενεί.

Όταν η συνείδησή μας, παύσει να γρηγορεί και ν’ αγρυπνεί,
τότε το σώμα αλλοιώνεται, μαυρίζει όπως και η ψυχή.

Όταν δελεαζόμαστε από τα θέλγητρα του κακού, που μας ζημιώνουν,
τότε πειρασμικές αλυσίδες αιχμαλωσίας των παθών μας ζώνουν,

Το πρόσωπο αλλοιώνεται, όλο και περισσότερο αγριεύει,
γίνεται υπόδουλο στο πάθος του θυμού, που συχνά παραμονεύει.

Ο Κύριος μας δίδαξε για να είναι το σώμα υγιές,
πρέπει η ψυχή να τρέφεται με πνευματικές τροφές.

Το σώμα τότε δύναται ν’ ακολουθεί τη ψυχή,
όταν αυτή άρχει του σώματος, εις πολιτεία πνευματική.  

Το σώμα «…ως ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται,…»
αλλά η ψυχή μένει και προς το βήμα της Κρίσεως ανέρχεται.

Πού ήταν τότε άνθρωπε και η δική σου η σταύρωση,
που να επιτρέψει τη δική σου ανάσταση και διάσωση;

Μήπως έτρεφες το σώμα σου παρά την εαυτού ψυχή,
γιατί στη βασιλεία του Θεού δεν θα έχεις πλέον μετοχή;

Μήπως για τα θεία και πνευματικά αργοσχολούσες,
και τα πρόσκαιρα και κοσμικά, περισσότερο ποθούσες;

Μην εμπίπτεις στην παγίδα του άσπονδου εχθρού,
αλλά ζήτησε το έλεος του φιλεύσπλαχνου Θεού.

Μην απογοητεύεσαι που το γήρας ασθενεί το σώμα,
η ψυχή σου να γεμίζει θεία Χάριτος, και ας είσαι πτώμα.

Κάποτε το σώμα δεν θα μπορεί, θα γείρει για να κοιμηθεί,
αλλά τα πεπραγμένα της ζωής, είναι απόδειξις ότι θ’ αναστηθεί.

Μην λυπάσαι άνθρωπε, που το ταξίδι της ζωής τελειώνει,
αλλά να ευφραίνεσαι που η ζωή παρά τω Θεώ ζυγώνει. 

Την ιερά παρακαταθήκη μας ν’ αφήσουμε, στους δικούς μας απογόνους,
για να πάρουν και αυτοί την άγουσα προς τους βασιλικούς, τους θρόνους.

Μην λυπάσαι λοιπόν σώμα μου που σιγά σιγά μαραίνεις,
γιατί και εσύ με τη ψυχή, προς τη δόξα του Θεού διαβαίνεις.

Παρέμεινε σώμα μου δοχείο Χάριτος και μην επαναστατείς,
και με στεφάνια αμάραντα, τη μέρα της Κρίσεως, θα στολιστείς.

Σ’ αφήνω τώρα σώμα ν’ ακούσεις το κάλεσμα της ψυχής,
και να συμπορευθείς μαζί της, εν μέσω θείας προσευχής.






[1] «…Ανδρίζομαι…». Σημαίνει επιδεικνύω ανδρικό φρόνημα και γενναιοψυχία. Ο χριστιανός ως στρατιώτης Ιησού Χριστού οφείλει να είναι ανδρείος και θαρραλέος.