Gold Cross

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

7. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. (17, 1-13)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ  Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας  Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6  Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9  Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σημερινή Κυριακή, 7η από το Πάσχα, είναι αφιερωμένη στους 318 θεοφόρους Πατέρες, που συγκρότησαν την Α’ Οικ. Σύνοδο, για να διασώσουν την Ορθόδοξη Πίστη από την αίρεση του Αρείου.

Η αίρεση αυτή ηρνείτο τη θεότητα του Χριστού και διασπούσε το Θεανθρώπινο Σώμα Του, την Εκκλησία. Αν επικρατούσε η διδασκαλία του Αρείου, θα ματαιωνόταν η σωτηρία του ανθρώπου, για την οποία ο Κύριος έγινε άνθρωπος και «…έδωκεν εαυτόν αντάλλαγμα τω θανάτω…». Αν ο Χριστός δεν ήταν Θεός τέλειος, ομοούσιος με τον Πατέρα, πως ήταν δυνατόν να μας σώσει; Πώς μπορεί να μας θεώσει, αν δεν είναι Θεός;

Γι’ αυτό και η σημερινή ευαγγελική περικοπή, υπογραμμίζεται η θεότητα του Χριστού, του προαιώνιου Υιού και Λόγου του Θεού, ομοούσιου με τον Πατέρα, αφού και οι δύο «…ἕν ἐσμεν …» στιχ. 22

       1.   Η αρχιερατική προσευχή

Όλη η ζωή του Χριστού μας ήταν μια ακατάπαυστη προσευχή, μια κοινωνία σχέσης και αγάπης προς τον Πατέρα Του. Σ’ αυτήν την τέλεια σχέση μας κάλεσε και μας να μετάσχουμε.

Μια γεύση από αυτή την σχέση δίδεται μέσω της προσευχής, μιας προσευχής που δίδαξε πως πρέπει να τελείται, ότι η αρχή και το τέλος κάθε προσευχής είναι η δόξα του Θεού, και σ΄ αυτή πρέπει να αποβλέπουν τα έργα μας, οι χαρές μας, οι θλίψεις μας και γενικά όλη η ζωή μας.

Επειδή ο Χριστός αναπέμπει την προσευχή αυτή σε στιγμή μεγάλης οδύνης, θέλει να μας οδηγήσει και εμείς να κάνουμε το ίδιο. Στις δοκιμασίες πρέπει να καταφεύγουμε «επί τον Θεόν», διότι η «προσευχή, καταφύγιον πέφυκε βοηθείας και πηγής σωτηρίας»[1]

Αναπέμπει την προσευχή αυτή κατά την ώρα της θυσίας Του, ως αληθινός Αρχιερέας των ψυχών μας, αλλά και «άμωμος αμνός», «σφάγιον ιερόν», που θα σηκώσει πάνω Του τις αμαρτίες μας, το καθημερινό μας έργο. Θα τις «κατακρίνει εν τη σαρκί Αυτού», για να τις αφανίσει.

«..ἵνα ὦσιν ἓν …»

Όλη η προσευχή θέλει να μας βεβαιώσει την απέραντη αγάπη Του προς ημάς. Να γνωρίσουμε ότι ο Θεός είναι Πατέρας, γι’ αυτό και αρχίζει με το «Πάτερ…». Μέχρι τώρα ήταν γνωστός ως δημιουργός, όχι όμως ως πατέρας. Η Πατρική ιδιότητα είναι φανέρωση του Υιού.

Δεν παρακαλεί για να υποστεί λιγότερο πόνο. Όχι. Δέχεται όλη την οδύνη των παθών, την οποία μεταποιεί σε αγάπη στο Θεό και στον άνθρωπο. Αυτή είναι η οδός για να αναστηθεί ο νεκρός άνθρωπος και να ανυψωθεί ως θεός «κατά χάριν».

Ο Θεός δεν θέλει να μας δώσει κάτι από τα θεία χαρίσματα αλλά όλη τη θεία ζωή, ώστε όπου θα είναι Αυτός, ο «κατά φύσιν» Υιός, να είναι και οι «κατά χάριν» υιοί. Για όλους προσεύχεται, δεν αφήνει κανένα έξω από την αγάπη Του.

Η προσευχή του Κυρίου συνεχίζεται και στους ουρανούς, γιατί η Αρχιερωσύνη του είναι «απαράβατος» (=ανεξάλειπτη), χωρίς αρχήν και τέλος. Είναι θεία και υπερκόσμια και η λύτρωσή Του αιώνια. Είναι Αρχιερέας προ πάντων των αιώνων και επειδή ο «Υιός μένει εις τον Αιώνα», οι άνθρωποι όλοι έχουμε τον Χριστό ως Αρχιερέα αιώνιο στον θρόνο της Χάριτος, κατά τη θέληση του Θεού-Πατέρα. Αυτή είναι η παρηγοριά μας και η ελπίδα μας. Θα ενεργεί «εις το διηνεκές» τη μεσιτεία Του και θα αναδεικνύει τους «κατά χάριν» θεούς.
Τα ονόματά Του είναι δύο: Ιησούς γιατί και σώζει και Χριστός γιατί χρίσθηκε από Άγιο Πνεύμα, ως ο Μέγας Αρχιερέας.[2]

       2.   Η δόξα του Πατέρα και του Υιού

Ο Ιησούς κοιτάζοντας προς τον ουρανό είπε «…πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε…»

Ο Χριστός μας διδάσκει πως ο σκοπός της προσευχής είναι η δόξα του Θεού. Ο Χριστός ως Θεός, ήτανε πάντοτε δοξασμένος, «προ καταβολή κόσμου» και η δόξα του δεν ήταν μόνο αθάνατη και αναλλοίωτη, αλλά και πλήρης. Και όταν φόρεσε το άδοξο σώμα μας και έγινε άνθρωπος, η δόξα έμεινε αναλλοίωτη και στη φάτνη και στον σταυρό, και στον θάνατο και στον άδη και στην Εδέμ, αλλά αθέατη προς τον πεπτωκότα άνθρωπο, που υποδουλώθηκε στα πάθη και αμαύρωσε το «κατ’ εικόνα».

Δεν έχει ανάγκη ο Χριστός από δόξα, αλλά θέλει να κάνει τον άνθρωπο «άξιον δόξης».

Η δόξα του Θεού θα περιλάβει και τον άνθρωπο. Θα δοξασθεί πρώτος Αυτός «μετά σαρκός», αφού νικήσει τον θάνατο και θα γίνει η «απαρχή» της καινής κτίσεως. Θα επεκταθεί η δόξα, σ’ όλη την ανθρωπότητα, στην Εκκλησία, ώστε κανείς να μην κυριευθεί από τη φθορά και τον θάνατο.

Όταν λέγει «…δόξασόν σου τὸν υἱόν΄…», θα πει δόξασε τον άνθρωπο «παρά σεαυτώ», με τη θεία δόξα. Δόξασε την ανθρώπινη φύση που βρίσκεται τώρα στην αδοξία και ατιμία, αλλά και «πάσαν σάρκα», κάθε πρόσωπο, με τη δόξα που είχα ως Θεός, πριν γίνει ο κόσμος.

       3.   Δια σταυρού η δόξα
Ο

Σταυρός του Κυρίου μας, η αγία και άμωμος θυσία Του είναι η αιτία όλων των αγαθών για το ανθρώπινο γένος. Ο άνθρωπος θα ξαναβρεί τη σχέση και κοινωνία του με τον Θεό, που είναι ζωή αιώνια.

Ο εχθρός της σωτηρίας μας, «δελεάζεται» (=ξεγελιέται) με το σταυρό και ενώ αναμένει με τη σταύρωση του Χριστού μας να βασιλεύσει σ’ όλη την οικουμένη, χάνει τα πάντα και καταπίπτει «πτώμα εξαίσιον» (=φοβερό και ασυνήθιστο).

Με το πάθος του αυτό επίσης όλη η οικουμένη γνωρίζει πως ο «Θεός αγάπη εστί» και ότι ο Υιός είναι η φανέρωση του Πατέρα.

Πώς εξηγείται αυτό το μεγάλο μυστήριο; Πώς ο Χριστός «πάσχων νικά, σταυρούμενος σώζει και αποθνήσκων ζωοποιεί», τον θνητό άνθρωπο;

Οφείλεται στην τέλεια σχέση που είχε και ως άνθρωπος με τον Πατέρα. Χάρη στη σχέση αυτή μεταποιεί το θάνατο σε ζωή και ανάσταση, γιατί διατήρησε την ανθρώπινη φύση χωρίς καμία αμαρτία. Η περιφρόνηση και εγκατάλειψη της σχέσης από τον άνθρωπο έγινε αιτία όλων των δεινών, με κορυφαίο το θάνατο. Θάνατος είναι η απουσία του Θεού από τη ζωή μας.

Ο άνθρωπος πίστευσε πως μπορεί μόνος του, χωρίς το Θεό, να κατορθώσει την αθανασία και τη θέωση. Αγνόησε τον αληθινό Θεό της αγάπης και έκανε θεούς τις πέτρες, τα ξύλα και τα άλλα αντικείμενα. Όπως λέει και ο Ιερός Χρυσόστομος «…αποκτηνώθηκε και αποθηριώθηκε, γιατί τα πάθη είναι θηρίων χαλεπώτερα…».

Ανέβασε στο σταυρό της αισχύνης το Θεό του, που ήλθε να φέρει την χαρά, το φως, τη σωτηρία, θεωρώντας Τον ως ένα δημόσιο κακούργο και κακοποιό. Αυτό ήταν αιχμαλωσία στον πιο σκοτεινό άδη.

Παρά ταύτα δεν μειώνει την αγάπη και τη σχέση Του με τον Πατέρα, γιατί οποιαδήποτε υποχώρησης θα ήταν υποταγή στην εξουσία του εχθρού, δηλ. πορεία προς το θάνατο. Μένει «Αχώριστος τω Πατρί», προτιμά να «ζει εν τω Θεώ» και ας είναι καθηλωμένος στο σταυρό, και το «μετά του Θεού είναι» δεν το ανταλλάσσει με όλους τους θησαυρούς του κόσμου, που είναι απάτη, γιατί οδηγούν στον θάνατο. Αυτό είναι το άγνωστο σε μας μυστήριο. Όποιος ζει διαρκώς μέσα στην παρουσία του Θεού, νικά τον θάνατο και δοξάζεται με δόξα μοναδική. Γίνεται Κύριος πάντων και ενώ δεν έχει τίποτα από τον κόσμο, «κατέχει τα πάντα», γιατί κατέχει τον «Συνοχέα του παντός». (=που συγκρατεί τα πάντα).

Όταν μπροστά από το σταυρό δεν σκέπτεται τίποτε άλλο από τη δόξα του Πατέρα, αυτό είναι νίκη, γιατί πληγώνει καίρια τον διάβολο, ο οποίος μπροστά στην οδύνη του σταυρού, ανάμενε να δει τον Χριστό να λυγίζει και να αφίσταται από τον Θεό Πατέρα. Πριν δοξαζόταν ως Θεός, τώρα και ως άνθρωπος, αφού φόρεσε το στεφάνι της ταπείνωσης, της αδοξίας και της πλήρους υπακοής στο θέλημα του Πατρός.


Αυτό που αδυνατούσε ο άνθρωπος να κάνει, να πολεμήσει και να νικήσει την αμαρτία και τον θάνατο, ο Χριστός πάνω στο σταυρό «…πολεμεί και νικά υπερ ημών…» (Εξ. 14, 14).
Όσο μεγάλη και αν είναι η «αμαρτία του κόσμου», είναι αδύνατον να συγκριθεί και να προσμετρηθεί με την αρετή του Χριστού, τον ωκεανό της αγάπης Του και της αγαθότητάς Του.

Μόνο αν αρθεί το «κάλυμμα της σαρκός» θα μπορέσει ο άνθρωπος να δει «εν Πνεύματι Αγίω» τα επιτεύγματα της θυσίας του σταυρού ότι «επατήθη ο θάνατος θανάτω» και η ανθρώπινη φύση Ανέστη και ζει «εν Θεώ» γιατί έμεινε αναμάρτητη.

       4.   Κλήση για μετοχή στη θεία δόξα

Ο Χριστός μας θέλει η νίκη αυτή να επεκταθεί εις «πάσαν σάρκα». Ο καθένας πρέπει να πιστέψει και ν’ ακολουθήσει τον «εν Χριστώ» τρόπο ζωής, την αγαπητική σχέση και κοινωνία με το Θεό, να συναφθεί μαζί Του για να ελευθερωθεί από το θάνατο της απουσίας Του και να «έχει ζωήν αιώνιον».

Όπως διευκρινίζει και το σημερινό Ευαγγέλιο «…αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας  Ἰησοῦν Χριστόν…» (στιχ. 3)

Η γνώση του Θεού δεν είναι διανοητική, είναι γνώση «υπερ άνθρωπον», αδίδακτη, προσωπική εμπειρία από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί στην καρδιάν των ταπεινών. Ο Θεός «γινώσκεται δια μετοχής»[3] και «ευσέβειας»[4]

Το Άγιο Πνεύμα «εντίθησι (=θετει μέσα μας) την γνώσιν». Είναι «Πνεύμα γνώσεως» (Ησαϊα 11, 2). Γι’ αυτό απαιτείται αναγέννηση στην ύπαρξή μας με το Βάπτισμα, τη Θεία Ευχαριστία, την συνεχής άσκηση εντός μας, την τήρηση των άγιων εντολών του Χριστού, που υπάρχει «μυστικώς» ο ίδιος ο Χριστός.[5] Και αυτό θα συνεχίζεται «άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν», να «ενοικήση και εμπεριπατήση εν ημίν» και να αναδειχθούμε υιοί και θεοί «κατά χάριν».

Πάντοτε βέβαια «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορ. 13, 12), δηλ. αμυδρά, με αναμονή το πλήρωμα κατά την όγδοη ημέρα. Έτσι πλουτίζουμε σε θεογνωσία – αιώνια ζωή.

       5.   Δόξα Του είναι και η σύναψη των πολλών εις «έν» (σε ένα)

Ένα άλλο επίτευγμα που πηγάζει εκ Σταυρού, είναι η σύναψη εις «έν» των «διασκορπισμένων τέκνων του Θεού» (Ιω. 11, 52). Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, είναι η αγάπη. Επειδή αγαπώνται είναι ενωμένα εις «εν». Ο Χριστός παρακαλεί να υπάρχει αυτή η αγάπη και η ενότητα και στους ανθρώπους, ως προέκταση της ενότητας του Πατέρα και του Υιού. «…ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν…» Ιω (17, 22).

Η σωτηρία μας δεν είναι υπόθεση ατομική, αλλά εκκλησιαστική. Είναι σχέση αγάπης και κοινωνίας με το Θεό και τους ανθρώπους αδελφούς μας. Η Εκκλησία είναι η υπέρβαση του «εγώ» του ατόμου, Η Χαρά μας έχει αξία, όταν σ’ αυτή συμμετέχουν όλοι, όπως ο Χριστός καλεί τους πάντες στη δική Του χαρά.


«…ΟΥΚ ΕΣΜΕΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΟΦΟΤΕΡΟΙ…»

Στον ουρανό, λένε οι Πατέρες, δεν αναβαίνουμε αλλά συναναβαίνουμε. Η Χάρις του Θεού μας βοηθάει. Αν κάνουμε βίωμά μας, το σταυρό, τον καθημερινό θάνατο, έχοντας και διατηρώντας αγαπητική σχέση και κοινωνία με το Θεό, τότε μετέχουμε στη θεία δόξα και συμβλαλουμε στην πραγματοποίηση της επιθυμίας του Κυρίου «…πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου…». Ιω (17, 24). Γένοιτο.







[1] Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
[2] Κύριλλος  Ιεροσολύμων
[3] Διονύσιος Αεροπαγίτης
[4] Ησαΐα (11, 2-3)
[5] Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Λ’. ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΝΘΡΩΠΟ



Ο άνθρωπος εκ γενετής, στη «ξενιτιά» ρίχνεται για να ζήσει,
μ’ ελπίδα να γυρίσει στο Θεό, όταν τον κόσμο αφήσει.

Δύσκολα μόνος του μπορεί ο άνθρωπος ν’ αντέξει,
γι’ αυτό  πρέπει τον άνθρωπο ή το Θεό, να επιλέξει.

Μέσα λοιπόν απ’ τη ζωή, με τις δοκιμασίες,
ψάχνω τη συμπαράσταση να βρω, έτοιμος για θυσίες. 



Όπως τη Σαμαρείτιδα και εγώ, θελοτυφλούσα,
συνάμα εν κόσμω και εν τω Θεώ πίστευα ότι ζούσα.

Φίλους αμέτρητους θα βρεις, αν έχεις εξουσία,
γιατί στον κόσμο σήμερα, μόνο το χρήμα, ο μαμωνάς, κατέχει την ουσία.

Μα να στην πρώτη θλίψη μου στον πρώτο οδυρμό μου,
ψάχνω στους φίλους μου να βρω και τον δικό μου οικτιρμό.

Που είστε φίλοι μου καλοί, που είστε λατρεμένοι,
όταν στην πρώτη θλίψη μου φύγατε αλαφιασμένοι;

Και μόνος μου πορεύομαι μες στης ζωή μου τον αγώνα,
τ’ αφήνω όλα πίσω μου σαν τεθλασμένη εικόνα.




Όμως η εν τω κόσμω θλίψη, συχνά πυκνά γεννιέται,
σε απόγνωση τον άνθρωπο οδηγεί, ώστε να τυραννιέται.

Να σου πάλι η στεναχώρια, που ξανά με κυριεύει,
λίγη αγάπη ψάχνω να βρω, αλλά ποιου να περισσεύει;

Για δεύτερη φορά δεν βρίσκω κάποιο χέρι,
να μου πει βάσταξε αδερφέ, σ’ ότι η ζωή και αν φέρει!

Και στα δύσκολα όταν είμαι δίχως χρήμα κι εξουσία,
 δεν με νοιάζεται κανένας, δίχως αδιακρισία.

Και οι συγγενείς ακόμα, που ΄χουνε το αίμα ίδιο,
 επιδεικτικά αγνοούνε, της ζωής μου το μαρτύριο.

Άνθρωπο  λοιπόν δεν έχω, και τον πόνο ν’ απαλύνω,
πώς το δρόμο να περάσω  και το βήμα να ενθαρρύνω;

Νιώθω πλέον μόνος, μέσα στου κόσμου την κραιπάλη,
γιατί ήθελα ανθρώπινη παρηγοριά και όχι τη Θεϊκή αγκάλη.

Δεν θέλω πλέον σ’ άνθρωπο ποτέ να δώσω την καρδιά μου,
θέλω τον Θεό Πατέρα μου, γλυκιά παρηγοριά μου.

Κι ‘ο πονηρός  συνέχεια παραμονεύει,
όταν την εν Χριστώ ζωή ποθώ, μνησίκακα θεριεύει.

Εμπόδια, παγίδες, βάσανα, θέλει τώρα να στρώσει,
την θεϊκή μου κλήση ν’ αρνηθώ και τη ψυχή να θανατώσει.

Κύριε σε λάθος στήριγμα απόθεσα τη ζωή μου,
χωρίς να βλέπω καθαρά πως είσαι η πνοή μου.

Εσύ είσαι Μάνα στοργική, Πατέρας κι αδερφός μου,
 πραγματικό στήριγμα, ο απανταχού Θεός μου.

Κύριε σε κρύβουν από με, της αμαρτίας μου τα βάρη,
αλλά Συ είσαι πάντα εδώ, σε ότι η Ζωή μου πάρει.

Και όταν απελπισμένος πια, το θρήνο ακουμπήσω,
τη βασιλεία Σου εικονώ, τον πόνο να αγνοήσω.

Πληγώνομαι και θλίβομαι που ζούσα μακριά Σου,
στερούμενος την άπειρη γλυκιά παρηγοριά Σου.

Πένης πτωχός μα  πλούσιος πιότερο απ’ τους πλουσίους,
Άσημος ων πιο ένδοξος από τους άρχοντες κυρίους.

Τώρα μπορεί να θλίβομαι μέσα μου να πονάω,
μα στο Θεό αδιάλειπτα μ’ ελπίδα τραγουδάω.

Δεν με μέλει δεν  με σκιάζει, τι θα γίνω δεν με νοιάζει,
έχω πια  τον Κύριο μου, σύμμαχο, πιστό φρουρό.

Το φως Του πάντα  κοινωνώ,  στη σταύρωση μετέχω,
το θέλημα τηρώ και την Ζωή κατέχω.

Θεέ μου Παντοκράτορα, Κύριε Συ των πάντων,
στη θλίψη πρέπει να εργασθώ, μετά πολλών ταλάντων.

Μαζί Σου θε να  πορευθώ, με ζήλο, με καμάρι,
και ας πασχίζει ο πονηρός τη γνώμη να μου πάρει.

Γλυκύτατε μου Ιησού δεν νιώθω πλέον μόνος,
 έρχεσαι αόρατα Εσύ και φεύγει κάθε πόνος.

Έπαψα πια ν΄ αγχώνομαι, την δόξα να γυρεύω
και την αγάπη των θνητών να ψευτοζητιανεύω.

Μόνο μ’ Εσένα Κύριε για πάντα θέλω να’ μαι,
μεσ’ την  φουρτούνα της ζωής πάντα ν’ αναγεννάμε.

Σφίγγω τα δόντια και ας πονώ και στον Θεό πετάω
με τους αγγέλους σμίγομαι και υμνώ δοξολογάω.

 Δεν έχω πλέον άνθρωπο να κλάψω που πονάω
μα έχω την ίδια την Ζωή και σένα αποζητάω

Ποτέ δεν ήμουν μόνος μου και ούτε ποτέ μου θα ‘μαι
γιατί όσοι ζούμε εν τω Θεώ  διαρκώς ομολογάμε.

Θεέ μου για Σένα τώρα ζω, για Σέ τώρα  παλεύω,
μη μου στερείς τη Χάρη Σου γιατί αναθαρρεύω.

Και έτσι παίρνει ο άνθρωπος, εν  τω Χριστώ αγώνα,
δύναμη  πίστη, ελπίδα φως, με τον Χριστό κορώνα.




Αν χωρίς  οικογένεια δε ζεις,
  χωρίς πατρίδα που να ζεις,
 χωρίς Θεό γιατί να ζεις!;


6. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ



Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιωάν. θ΄ 1-38

1 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος  Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

13  Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ  Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ  Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς  Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ  Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35  Ἤκουσεν ὁ  Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.


ΑΝΑΛΥΣΗ

Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Χριστός συναντά έναν τυφλό εκ γενετής έξω από τον ναό των Ιεροσολύμων.

Όπως γνωρίζετε, η τύφλωση είναι ένα μεγάλο αφάνταστο μαρτύριο. Μπορεί να κάνει και τον πιο πιστό να λυγίσει πολλές φορές και να πει «…γιατί σε μένα αυτό το δράμα;...»

Η τύφλωση εκτός της ιδιότητας που έχει του «οράν», να ξεχωρίζει κανείς πότε εστί μέρα και νύχτα, να ζει τα θαυμαστά τα οποία ο Θεός «εν σοφία εποίησε», δεν σε αφήνει να δεις και την εικόνα του Δημιουργού «…ου γαρ είδον εν εικόνι τον εμέ πλαστουργήσαντα…» (1ον ιδόμελο του εσπερινού)

Βλέπουμε εδώ το μαρτύριο που κουβαλάει εκ γενετής ο τυφλός. Εκτός της σωματικής τύφλωσης φέρει και την ψυχική τύφλωση. Η επιθυμία του κάθε ανθρώπου να συζευχθεί με τον Θεόν ατενίζοντας την εικόνα Του για τον τυφλό δεν υπάρχει (εκ γενετής τυφλός). Αυτή η πνευματική στέρηση είναι για τον πιστό πιο σοβαρή από τις αισθητές αισθήσεις.

Το μεγαλύτερο παράπονο είναι, πως ο τυφλός ζούσε χωρίς ελπίδα γι’ αλλαγή. Το λόγο τον εκφωνεί ο ίδιος στο διάλογο που είχε με τους Φαρισαίους «…ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.…» στιχ. 32. Από εκ καταβολής κόσμου, κανένας δεν μπόρεσε να θεραπεύσει τυφλό εκ γενετής. Γι’ αυτό ζούσε χωρίς ελπίδα. Αν συνέβη να υπάρξουν και σπάνιες θεραπείες θα συνέβη σε τυφλούς, που για κάποια αιτία έχασαν παροδικά το φως τους και μετά το ανέκτησαν αλλά ΟΧΙ εκ γενετής.

ΚΑΝΕΝΑΣ άγιος, κανένας προφήτης δε θαυμάσθηκε για κάτι τέτοιο. Ο προφήτης Ησαΐας στην προφητεία του λέγει, όταν θα έλθει ο Χριστός εν τω κόσμω «…τότε ανοιχθήσονται, οφθαλμοί τυφλών…». Το «τότε» ενδεικνύει ακριβώς ότι ΠΡΙΝ τον ερχομό Του, δεν ανοίχθησαν μάτια τυφλών. Μόνο ο Χριστός ο οποίος «…φως εις τον κόσμον ελήλυθεν…» (Ιω. 12, 46) έχει τέτοια θαυματουργική δύναμη, όχι μόνο τους τυφλούς να τους κάνει να βλέπουν, αλλά να φέρει και στο φως στους «…εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους…».


Η τραγική κατάσταση στην οποία επήλθε ο τυφλός είναι ενδεικτικής της πνευματικής τύφλωσης, που προηγήθηκε της σωματικής, όταν ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Φως το αληθινό, τον Δημιουργό και Πατέρα Του.

    1.   Ο «δυνάμενος θεραπεύσαι»

Ο Χριστός δεν ήρθε να γίνει ένας γιατρός «κατά κόσμον», όπως νόμιζαν οι «κατά σάρκα» Ισραηλίτες που ήθελαν ένα Μεσσία να εξυπηρετεί τις κοσμικές επιδιώξεις τους. Ο Χριστός βέβαια δεν υποτιμά τις ανάγκες του σώματος, αλλά η φροντίδα Του είναι για όλον τον άνθρωπο, τον οποίο θέλει να συνάψει με το Θεό, την πηγή του ανεσπέρου Φωτός. Να προχωρήσει πέρα από τον αισθητό κόσμο και τον Νόμο, να δώσει Πνεύμα Άγιο στους ανθρώπους, φως νοητό, να φωτίσει τον ανθρώπινο νου να φέρεται άνω, στον Θεό Πατέρα, στην αγαπητική σχέση και κοινωνία μαζί Του, για να νικήσει τον θάνατο και να απολαύσει την αιώνια ζωή.

Χωρίς τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που είναι φως νοητό, ο άνθρωπος δεν μπορεί να απαλλαγεί από την τύφλωση, που του δημιούργησε η σκοτεινή αμαρτία, η αιχμαλωσία στο διάβολο, στα αμαρτωλά πάθη, σε βαθμό πλάνης, ώστε να απομακρυνθεί από το Θεό και να πιστέψει αλαζονικά πως δεν το έχει ανάγκη και ότι ΜΟΝΟΣ του μπορεί να κερδίσει την ζωή και την αθανασία.

Το πρόβλημα που ήρθε να λύσει ο Χριστός δεν ήταν η ασθένεια μιας αίσθησης (όραση του σώματος). Ήταν πρόβλημα οντολογικό, ζωής και υπάρξεως, ασθένειας προς θάνατο του όλου ανθρώπου, ο οποίος έπρεπε να σωθεί, να ενωθεί με τον Θεό, για να απαλλαγεί με τον θάνατο. Έπρεπε να αποβάλλει το «φρόνημα της σαρκός» και να αποκτήσει φρόνημα ουράνιο, θείο, «…ο και εν Χριστώ Ιησού…», να επιστρέψει στην εν Θεώ ζωή και την κοινωνία μαζί Του.

Ο ερχομός του Κυρίου έγινε  «…για να αποκτήσει κάθε άνθρωπος καινών νουν, καινή ψυχή, καινούς οφθαλμούς, καινά ώτα, καινή γλώσσα πνευματική και γενικά χωρίς εξαίρεση καινούς ανθρώπους…».

Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο τυφλός πάσχει μεν από διπλή τύφλωση, αλλά λαμβάνει διπλή θεραπεία. Φωτίζεται η όρασή του, αλλά συναντάται και με τον Χριστό, τον ομολογεί, τον κηρύττει και τον προσκυνεί ως Θεό και Πατέρα Του.

    2.   Προϋποθέσεις για το θαύμα

Ο τυφλός ήταν απαλλαγμένος από το φθόνο και την αλαζονεία των Φαρισαίων. Η ψυχή του ήταν άδολη, είχα αγαθή προαίρεση. Είχε τις προϋποθέσεις για να δεχθεί τη φωτοφόρο Χάρη του Θεού.

Ο Χριστός τον συναντά, χωρίς ο ίδιος να το ζητήσει. Πάντοτε ο Θεός κάνει την αρχή παντός καλού. Πήγε με σκοπό να τον συναντήσει. Γνωρίζει τι κρύβει ο κάθε άνθρωπος μέσα του, γιατί «…ετάζει νεφρούς και καρδίας…» ο Θεός. Γνωρίζει ότι ο τυφλός τηρεί τις προϋποθέσεις για το θαύμα, αλλά του δίνει και την ευκαιρία να δείξει τις αρετές του.


«…ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων…»  στιχ. (6 & 7)

Η πράξη αυτή φαίνεται απλή αλλ’ είναι και «υπερ φύσιν». Κρύβει μέσα της μυστήριο, θεϊκή δύναμη και θάμβος. Θυμίζει τη διήγηση της Γεννήσεως, όταν ο Θεός με χώμα από την γη έπλασε τον άνθρωπο. Μας δείχνει πώς τότε και τώρα ο Θεός είναι ο Ίδιος.

Τότε έπλασε τον άνθρωπο, τώρα θέλει να τον αναπλάσει, να τον θεουργήσει. Με τον πηλό συμπληρώνει, πλαστουργεί αυτό που λείπει από τους οφθαλμούς του τυφλού, αφού τους ψηλάφησε με τα πλαστουργά και θαυματουργά δάκτυλά Του.

Αυτό που επιτελείται στον τυφλό είναι αληθινή θεουργία, που ξεπερνά κάθε μέτρο ανθρώπινης λογικής. Ο πηλός όταν μπει στα μάτια μπορεί να προκαλέσει τύφλωση και σ’ αυτόν που έχει υγιή όραση. ΠΟΤΕ δεν μπορεί να γίνει φάρμακο για θεραπεία της τύφλωσης. Στα χέρια του Θεού γίνεται υλικό για το θαύμα  της θεουργίας της οράσεως. Αλλά και πάλι το θαύμα είναι ανεξερεύνητο.

Αυτό το θαύμα, όσο και τ’ άλλα τα «…προσκυνούμεν εν πίστει…». Γι’ αυτό είναι αναγκαία η πίστη που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα και παραδίνει στον Χριστό αυτόν που την έχει.

Ο απόστολος Πέτρος γράφει στους Χριστιανούς για τον Χριστό; «…ὃν οὐκ εἰδότες ἀγαπᾶτε, εἰς ὃν ἄρτι μὴ ὁρῶντες, πιστεύοντες δὲ ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένῃ…» (Α’ Πέτρ. 1, 8). Πρόκειται για εκείνους που είχαν ανεπίληπτο βίο. Αυτό συμβαίνει και με τον τυφλό. Όταν ο Θεός ενεργεί ο τυφλός το δέχεται αναντίρρητα, και δεν διερωτάται γιατί και πως, απλά υπακούει και υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού. Η πίστη αυτή προσελκύει τη Χάρη και ανοίγει τα μάτια του σώματος αλλά και της ψυχής.


Γι’ αυτό και ο τυφλός δέχεται ολοπρόθυμα τη χρήση του πηλού στα μάτια και δείχνει με έργα την πίστη και υπακοή του στον Χριστό. Πηγαίνει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, νίβεται και βλέπει. Καταλαβαίνει πως μήτε η κολυμβήθρα, μήτε ο πηλός αν χρησιμοποιηθούν από άλλο δεν πρόκειται να επιτελεσθεί το θαύμα. Κάποια άλλη δύναμις ιαματική ενήργησε δια του πηλού και του νερού. Τότε αρχίζει μια εσωτερική σχέση και κοινωνία με τον Χριστό.

    3.   Πίστη και καθαρός βίος

Με την κάθαρση ο άνθρωπος καθαίρεται και αντανακλά το θείο Φως της Χάριτος, γίνεται «τόπος Θεού». Αποκτά γνώση του Θεού, που είναι εμπειρία, βίωμα και όχι γνώση διανοητική. Η προσευχή «…φώτισον μου το σκότος…» πρέπει ν’ αντανακλά την δική μας προσπάθεια να αποκτήσουμε υγιή όραση δια της Χάριτος και ευεργεσίας του Παναγίου Πνεύματος ώστε να δούμε τα νοητά θεάματα και μυστήρια.

Η ανάβλεψη των «ένδοθεν οφθαλμών», είναι πολύ πιο σπουδαία από τη σωματική ανάβλεψη, φωτίζονται οι οφθαλμοί της διανοίας για να μπορεί ο άνθρωπος ν΄ ακολουθήσει την κατά Θεόν πορεία, της συνεχώς ανανεώσεως και θεώσεως.

Η βαθιά και καθαρή πίστη του τυφλού βλέπει τον Χριστό όχι μόνο ως άνθρωπο, αλλά και ως Θεάνθρωπο «…Θεόν σε ομολογεί το κρυπτόμενον…». Κρυμμένο και αθέατο για τους μη πιστεύοντες. Ο τυφλός διαλαλεί και ομολογεί ξανά και ξανά το θαύμα «…τυφλός ων άρτι βλέπω…». Ο φωτισμός της ψυχής του τυφλού είναι η επίσκεψη σ’ Αυτόν της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που είναι μια κλήση για να ζήσει κατά Θεόν. Αυτή είναι η «…τριβός (=οδός) η όντως ευθεία…». Είναι η συνεχής σχέση και κοινωνία με το Θεό.

    4.   Ο τυφλός βλέπει, οι Φαρισαίοι τυφλώνονται

Στον αγώνα του ο τυφλός να συζευχθεί με το Θεό του αντιμάχεται ο διάβολος με τα όργανά του, τους Φαρισαίους. Όλος ο αγώνας του διαβόλου ήταν να ματαιώσει την πνευματική πορεία του τυφλού, αλλά και κάθε ανθρώπου προς τον Χριστό.

Πολεμούν τον Χριστό γιατί εποίησε θαύμα ημέρα Σάββατο. Πόσο τυφλώνει ο φθόνος, όπως και κάθε αμαρτία! Δεν θέλουν ν’ ακούσουν για την πλήρωση του χρόνου που έφερε ο Χριστός για το Σάββατο, που αγιάζεται, όχι με την αποχή της εργασίας, αλλά με την αποχή της αμαρτίας αφ’ ενός και αφ’ ετέρου με την αγάπη στον αδελφό που έχει ανάγκη. Οι Φαρισαίοι δεν αγαπούν, αλλά φθονούν.

Ο Χριστός γι’ αυτούς δεν είναι Θεός αλλά ένας παραβάτης του Νόμου. Αλαζόνες και υπερόπτες είχαν την αίσθηση της αυτάρκειας και νόμιζαν ότι δεν έχουν ανάγκη τον φιλάνθρωπο Κύριο, γι’ αυτόν και τον παρέδωσαν στον σταυρό και το θάνατο. Ποτέ δεν πίστευσαν στα θαύματά Του. Η καρδιά τους, ο νους τους βρισκόταν συνεχώς στο σκοτάδι της αμαρτίας και μάλιστα της εωσφορικής υπερηφάνειας, γι’ αυτό αρνούνται κάθε σχέση με τον Χριστό και μένουν αμέτοχοι στη θεία Χάρη. «…ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ…» Ιω. (3, 20). Ο Χριστός δεν τους χρειάζεται. Τους φθάνει ο αισθητός κόσμος και τα αγαθά του.

Η μαρτυρία του τυφλού που φωνάζει σ’ όλους πως «βλέπω» είναι ένα διαρκές κήρυγμα του θαύματος σ’ αυτούς που δεν «βλέπουν».

Υβρίζεται και ατιμάζεται απ’ αυτούς που ατίμασαν και τον Χριστό. Όχι μόνο δεν τον δέχονται ως Θεό αλλά και ως άνθρωπο δίκαιο. Τον θεωρούν «…άνθρωπο αμαρτωλό…» στιχ. 24. Μιλούν περιφρονητικά για τον Χριστό αλλά και για τον τυφλό όταν του λένε «…σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί…».

Ο τυφλός γίνεται μαθητής του Χριστού όταν ερωτά τους Φαρισαίους «…τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον…» δηλ. μήπως θέλετε να γίνετε και εσείς μαθητές Του; Εδώ διαφαίνεται πως ομολογά στους Φαρισαίους πως αυτός είναι μαθητής του. Λαμβάνει μια γεύση από το σταυρό του Χριστού, γιατί δέχεται με καρτερία τις ύβρεις τις περιφρονήσεις, αλλά και τον διωγμό, «…όταν εξέβαλον αυτόν έξω…». Παρά τον πόλεμο όμως εναντίον του, από τους «θρησκευτικούς ηγέτες», εντούτοις δεν εγκαταλείπει την πίστη του, «μένει εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ». Ο Χριστός είπε πως όποιος τον ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσει και Αυτός ενώπιων του Πατέρα του στους ουρανούς.
Ο τυφλός είναι πρόθυμος να καταβάλει και το πιο μεγάλο κόστος για τον Ευεργέτη του, να «άρη τον σταυρόν του και να τον ακολουθήση», για να γίνει «κοινωνός των παθημάτων Του».

Ο τυφλός θα βλέπει το Θεό και οι Φαρισαίοι θα είναι τυφλοί, γιατί έμειναν προσκολλημένοι στο γράμμα του Νόμου και δεν μπορούσαν να απαλλαγούν από την αλαζονεία τους, για να δουν μέσα στο γράμμα το Χριστό, τον παροχέα του Φωτός στον κόσμο.

     5.    Συνάντηση με τον Χριστό

Ο Χριστός συναντά το πάσμα του για να του δώσει δύναμη, να του συμπαρασταθεί στον πόλεμο, που διεξάγουν εναντίον του οι Φαρισαίοι. Αυτόν που οι Φαρισαίοι εξύβρισαν και «εξέβαλαν έξω» τον δέχεται ο Δεσπότης των Αγγέλων, ο Υιός του Θεού. Τον τιμά, συνομιλώντας μαζί του. Γίνεται σύμμαχός του όταν του λέγει «…σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;...» του αποκαλύπτεται εδώ ο Θεάνθρωπος Χριστός μας και ο τυφλός απαντά «…καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;…» δηλ. Ποιος είναι Κύριε αυτός για να πιστεύσω; Τα λόγια αυτά όπως μας διαβεβαιώνει και ο Ιερός Χρυσόστομος είναι λόγια ψυχής που διψά για το Θεό.



Και του απαντά ο Κύριος «…καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.. δηλ. τον βλέπεις και είναι αυτός που συνομιλά μαζί σου. Ο τυφλός τότε ομολογεί «…Πιστεύω Κύριε και προσεκύνησεν αυτώ…». Τον πίστευσε και δεν αρκέσθηκε μόνο στα λόγια αλλά «…προσεκύνησεν αυτώ…». Τον πίστεψε ως Θεό, γι’ αυτό τον προσκύνησε.
Από το παράδειγμα του τυφλού, που γίνεται θεατής του «κρυπτομένου» από τα μάτια των άλλων Θεού, όσο και από το παράδειγμα των βλάσφημων Φαρισαίων, που ούτε και τα φανερά στους πολλούς θαύματα δεν έβλεπαν εξάγεται το ίδιο συμπέρασμα:

Να αγωνισθούμε να αποκτήσουμε υγιή όραση «νόος καθαρότητα», όπως ήταν η όραση του τυφλού. Όταν όμως ο νους γίνεται καθρέπτης αμαρτωλών παθών, τυφλώνεται στο σκότος αυτών, όπως συνέβαινε με τους Φαρισαίους. Να καθαρθούμε λοιπόν από τα σκοτεινά πάθη μας και ανά ανατείνουμε το νου μας στα νοητά, τα αιώνια και άφθαρτα και να μη κλεπτόμαστε από τα παρερχόμενα αισθητά πράγματα.

«…εγκαίνισον ψυχή, πάσας σου τας αισθήσεις, προς θείαν θεωρίαν…» (απόστιχο Τετάρτης του Θωμά).