Gold Cross

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

38. Κυριακή των αγίων Πατέρων, Τίτον (3, 8-15)



Τίτον (3, 8-15)
«…8 Τέκνον Τίτε, πιστός ο λόγος, και περί τούτων βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι• ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ. Ταύτα εστι τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις• 9. μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έριες και μάχας νομικάς περιΐστασο• εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι. 10. Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, 11. ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάρκριτος. 12. Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν• εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13. Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη. 14. Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι. 15. Ασπάζονταί σε οι μετ΄ εμού πάντες. Άσπασαι τους φιλούντας ημάς εν πίστει. Η χάρις μετά πάντων υμών• Αμήν...».



ΑΝΑΛΥΣΗ

Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα λέγεται 3 φορές κατά την διάρκεια του χρόνου, η 1η είναι μετά το Πάσχα, εις μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η 2η είναι μέσα στον Ιούλιο, και είναι εις μνήμη των αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και η δε 3η, μέσα στον Οκτώβριο, εις μνήμη των αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου.
Με την πράξη αυτή η Εκκλησία, θέλει να τιμήσει όλους εκείνους τους αγίους ιεράρχες, που έλαβαν μέρος στις Οικουμενικές Συνόδους, δια των οποίων πολεμήθηκαν όλες οι κατά καιρόν αιρέσεις, περιφρουρήθηκε η ορθή διδασκαλία, διατυπώθηκαν τα δόγματα της πίστεως και θεσπίστηκαν οι ιεροί κανόνες χάριν της ευταξίας και της καλής διοικήσεως της Εκκλησίας.
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, έχει ποιμαντικό χαρακτήρα, και ταιριάζει άριστα με το αντικείμενο εορτασμού των Κυριακών που προαναφέραμε, εις μνήμη δηλαδή των αγίων Πατέρων, οι οποίοι υπήρξαν θεοφόροι ποιμένες και πνευματοκίνητοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας. 

«...Τέκνον Τίτε, πιστός ο λόγος, και περί τούτων βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι• ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ. Ταύτα εστί τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις...». στιχ. 8
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ξεκινά με τη φράση «…πιστός ο λόγος…». Ο λόγος που αναφέρει ο απόστολος έχει να κάνει με το λόγο του Κυρίου. Μέσα στην Εκκλησία, όλα στέκονται και στηρίζονται  στην ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ του λόγου του Θεού, ότι δηλαδή είναι λόγος ΑΛΗΘΙΝΟΣ, ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΣ, και ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ. Είναι λόγος ζωής και σωτηρίας.
Αντίθετα ο δικός μας λόγος, είναι ανθρώπινος, τρεπτός και ασταθής. Μεταβάλλεται και καταρρίπτεται, όταν βρεθεί μ’ ένα σημαντικό αντίλογο. Ο άνθρωπος σώζεται όταν αποδέχεται ολόψυχα την αξιοπιστία του Θεού. Αντίθετα αμαρτάνει, όταν την αμφισβητεί και προσπαθεί να βεβαιωθεί για το λόγο του Θεού, ξεκινώντας από το δικό του λόγο, όταν δηλαδή ζητεί να πεισθεί και ύστερα να πιστέψει.
Πρώτα αγαπούμε και πιστεύουμε και μετά γνωρίζουμε!! Αν δεν πιστέψουμε σ’ αυτόν που μας ομιλεί και σ’ αυτά που λέει, τίποτα δεν θα καταλάβουμε. Το λέει και ο προφήτης Ησαίας (7, 9), «…εάν μη πιστεύσητε, ουδέ μη συνιήτε…».
Ο σκοπός για τον οποίο ο Παύλος ζητά από τον Τίτο να ομιλεί με βεβαιότητα για την αξιοπιστία του Ευαγγελίου είναι η χριστιανική πράξη και η μαρτυρία της αγάπης. Οι άνθρωποι που αποδέχτηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού, και πιστεύουν στο λόγο του Θεού, οφείλουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Η πίστη μόνη της δεν αρκεί για τη σωτηρία μας!
Τα έργα της αγάπης στη ζωή των πιστών, δεν πρέπει να θεωρούνται πάρεργο, αλλά κύριο μέλημα και έργο κάθε χριστιανού. Είναι η απόδειξης της ειλικρινής πίστεώς μας προς το Θεό και τη γνησιότητα της αγάπης μας προς τους αδερφούς μας.
«...μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έριες και μάχας νομικάς περιΐστασο• εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι…» στιχ. 9
Πριν ο Παύλος υπέδειξε στον Τίτο, τι έπρεπε να επιδιώξει. Εδώ του συνιστά τί όφειλε ν’ αποφύγει.
Ο Τίτος μέσα από τα λεγόμενα του αποστόλου όφειλε ν’ απέχει από προστριβές, οξείες συζητήσεις και τελικά συγκρούσεις ανάμεσα στους διαλεγόμενους, γύρω από την ισχύ των διατάξεων του Μωσαϊκού νόμου. Όφειλε ν’ απέχει γιατί αυτά τα πράγματα είναι ανώφελα και μάταια, γιατί όχι μόνο δεν ωφελούν αλλά ζημιώνουν την Εκκλησία.  
«...Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού...» στιχ. 10
Ο Παύλος εδώ γίνεται ακόμα πιο σαφέστερος, υποδεικνύοντας πια πρέπει να είναι η στάση των ποιμένων απέναντι στους αιρετικούς.
Χρέος τους λοιπόν, ως πρώτο στάδιο, είναι να νουθετήσουν τον αιρετικό μια και δύο φορές. Αν η νουθεσία δεν τελεσφορήσει, και ο νουθετούμενος αιρετικός εξακολουθεί να εμμένει στις κακοδοξίες του, τότε δεν υπάρχει άλλη λύση  από την εγκατάλειψη.
Η «παραίτηση», που αποτελεί το δεύτερο στάδιο αντιμετώπισης, εδώ σημαίνει όχι απλώς εγκατάλειψη αλλά και διακοπή κάθε κοινωνίας. Εφόσον οι επανειλημμένες νουθεσίες αποβαίνουν άκαρπες, είναι ανώφελη συζήτηση κάθε περαιτέρω επικοινωνία με αιρετικούς και πείσμονες ανθρώπους.
Ως τρίτο στάδιο, οι ποιμένες θα πρέπει να διαφυλάξουν τους πιστούς από την κακόδοξη αίρεση, που θα προσπαθήσει να τους συμπαρασύρει, και να διατηρήσει καθαρή την παρακαταθήκη της πίστεως.
Το ποιμαντικό αυτό έργο που παίρνει η Εκκλησία αποβαίνει πολλές φορές ωφέλιμο και για τους ίδιους τους αιρετικούς, διότι η αποκοπή τους από την εκκλησιαστική κοινωνία θα τους κάνει να συνέλθουν και να διορθωθούν, ή αν αυτό δεν γίνει, τους αφαιρεί κάθε δικαιολογία ή πρόφαση.
«…ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάρκριτος…» στιχ. 11
Η εγκατάλειψη του αιρετικού είναι επιβεβλημένη από τους ποιμένες της Εκκλησίας μας, γιατί όταν η πλάνη κυριεύει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος επιμένει σ’ αυτήν, και διαστρέφει το νου του. Η αίρεση αποτελεί νόσο της ψυχής και ο αμετάπειστα αιρετικός είναι ανίατα άρρωστος. Εκούσια του έχει αποκοπεί από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Στάση αδικαιολόγητη, αφού δεν υπάρχει ελαφρυντικό της άγνοιας. Όταν μετά από την παραίνεση, ο αιρετικός επιμένει, τότε γίνεται αυτοκατάκριτος.
«…Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν• εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13. Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη. 14. Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι. 15. Ασπάζονταί σε οι μετ΄ εμού πάντες. Άσπασαι τους φιλούντας ημάς εν πίστει. Η χάρις μετά πάντων υμών• Αμήν…» στιχ. 12
Το τμήμα αυτό της επιστολής αποτελεί τον επίλογο της επιστολής, και ο απόστολος δίνει κάποιες τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες προς τον μαθητή του απόστολο Τίτο και προς πρέπει να σπεύσει να τον συναντήσει.
Το παράδειγμα του αποστόλου είναι αξιοθαύμαστο, γιατί αν και επιφορτισμένος με την μέριμνα πασών των εκκλησιών, δεν παραλείπει κανένα, αλλά όλους τους θυμάται και για όλους ρωτά και ενδιαφέρεται. Ακόμη και για τα καθημερινά προβλήματα και τις υλικές τους ανάγκες.
Τους θυμίζει πως τα καλά έργα συνιστούν την καρποφορία της πίστεως, είναι η ακτινοβολία της γνήσιας χριστιανικής ζωής. Χωρίς τα καλά έργα οι χριστιανοί ομοιάζουν με δένδρα άκαρπα.  
Στο τελευταίο στίχο, τους ασπάζεται και τους ευλογεί. Η αγάπη είναι ο ιερός δεσμός που συνδέει τα μέλη της εκκλησίας. Ο δεσμός αυτός στηρίζεται στην κοινή πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και αποτελεί την ενοποιό δύναμη που συνέχει άρρηκτα τους χριστιανούς μεταξύ τους και με τον τρόπο αυτό οικοδομεί την Εκκλησία σε σώμα Χριστού. Όλα μέσα στην Εκκλησία είναι έργο της θείας Χάριτος. Με τη χάρη του Θεού ζουν και προκόπτουν πνευματικά οι πιστοί και με την ίδια χάρη αυξάνεται και οικοδομείται το σώμα της Εκκλησίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«…ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ…».
Η φράση αυτή αποτελεί το ουσιαστικό αίτημα της χριστιανικής ζωής που είναι η πράξη, η αναγκαιότητα των καλών έργων. Στη χριστιανική ζωή δεν επαρκεί μόνο η πίστη. Πρέπει να συνδυάζεται με την πράξη, ώστε η πίστη να μετουσιώνεται σε έμπρακτη μαρτυρία αγάπης. (όχι μόνον λόγια αλλά και πράξεις).
Ασφαλώς η πίστη έχει πρωταρχική σημασία και είναι εκείνη που ανοίγει το δρόμο της σωτηρίας. Ωστόσο δεν μπορεί να είναι μια θεωρητική στάση, μια αφηρημένη αποδοχή κάποιων αφηρημένων αληθειών ή αρχών, αλλά μια ΖΩΣΑ μαρτυρία, που θα αντικατοπτρίζει τη ζωή και τα έργα μας. Πίστη, χωρίς ζωή και χωρίς έργα είναι ανάπηρη και κίβδηλη. «…Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί…» μας διαβεβαιώνει ο αδελφόθεος Ιάκωβος. Και όταν λέμε πως πιστεύουμε σ’ Αυτόν, Εκείνος μας φωνάζει: «…Δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου…». Ιακ. (2, 18). Και όταν διακηρύσσουμε πως τον αγαπούμε, Εκείνος μας υπογραμμίζει πως όσα «…ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε…», δείχνοντας την αγάπη προς τους άλλους, ως ένδειξη αληθινής αγάπης προς το Θεό.
Έχουμε χρέος λοιπόν αδελφοί μου, να δείξουμε έμπρακτα την αγάπη μας, εις πάσα άνθρωπο. Και όπως μας διδάσκει ο απόστολος, δεν πρέπει απλώς να ενεργούμε το καλό, αλλά να γινόμαστε οι πρωτοπόροι κάθε καλού έργου. Γένοιτο.



Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

ΜΘ'. Η ΠΡΑΟΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ




Ο άνθρωπος «εργαζόμενος» τη ψυχή του για να σώσει,
πρέπει να παλέψει με το διάβολο, που πάσχει να τον θανατώσει.

Πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τον «εαυτό του»[1] και τα πάθη του,
αλλά και τις αδυναμίες των άλλων, φειδόμενος τα λάθη του.

«Αδύναμοι υπάρχοντες», όταν το πάθος του θυμού «εγήγερται»,
η ζώσα αγάπη, της καρδιάς παρηγοριά, μέσα μας «ψυγήσετε».

Όταν η οργή μάς διαβάλλει και μέσα μας φουντώνει,
τότε τα δεσμά του πάθους μας πνίγουνε σαν κάτι να μας φιμώνει.

Που σου είναι τότε άνθρωπε η θεία μακροθυμία σου,
που να επιτρέπει την ανοχή και φιλευσπλαχνία σου;

Πού είναι τότε άνθρωπε, η εν Χριστώ αγάπη,
που μόνο στην παρουσία της, το κακό ετράπη;

Που είναι άνθρωπε η χριστιανική σου οντότητα,
που διαρκώς σε καλεί, σε υπομονή και ενότητα.

Μήπως σε αδικήσανε και στο περιθώριο σε αποθέσανε;
«…΄Αφες των αμαρτίων αυτών…», γιατί την κρίση του Θεού αγνοήσανε.

Δέξου τις ατιμίες με εσωτερική πικρία και οδύνη,
και απόθεσε την ελπίδα στο Θεό, που την ζωή μας διευθύνει.

Μήπως οι γύρω σου γκρινιάζουν και σε πιέζουν,
ώρα να προσευχηθείς, γι’ αυτούς που σε εμπαίζουν.

Μήπως η ζωή σου είναι γεμάτη απαιτήσεις,
και σου ζητάνε συνεχώς να λογοδοτήσεις;

Απένειμε αδιάκοπα στο Θεό δεήσεις,
ώστε ν’ απαλλαγείς από το θυμό και να ομολογήσεις.
  
Απλούστευσε τη ζωή σου άνθρωπε, και μη ολιγοπιστείς,
γίνε αυτάρκης με τα λίγα, ώστε να μπορέσεις να σωθείς.

«…Ένθα ειλικρινή αγάπη, πάντα εστίν ανεκτά…»
γιατί τότε των αδυνάτων τα ατοπήματα, είναι αποδεκτά.

Η έμπρακτη αγάπη σε κάνει πραγματικό υιό παρά νόθο,
γιατί σε απαλλάσσει από κάθε σαρκικό και υλικό πόθο.

Οι πραείς είναι τα αληθινά παιδιά της βασιλείας των ουρανών,
γιατί η απλότητα και η αγάπης τους είναι στοιχεία ορθών χριστιανών.

Οι πραείς κληρονομήσουσιν τη γην[2] μας λέει ο 3ος μακαρισμός,
και στον νέο ανακαινισμένο κόσμο μας προσκαλεί ο Πανάγαθος Θεός.

Του αποστόλου τα ρήματα, φωνή συνείδησης συχνά μου διαλαλούν,
«…φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός…»[3] και όσοι οργίζονται, την Βασιλεία απωλούν.

Πώς άνθρωπε θα αποκτήσεις το άγιο Πνεύμα, την «ειρήνη της ψυχής»,
όταν εξάπτεσαι και θυμώνεις, σημάδι εσωτερικής διαταραχής;

«…Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία …»[4] μας λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης,
«νεκρώσου, γίνε απαθής», ώστε την καρδιά σου να γλυκάνεις.

Και αν αυτό δεν μπορείς ως δώρο του Θεού ν’ ανταποδώσεις,
 «…ταράξου καὶ μη λάλήσεις...»[5] στο θανάσιμο πάθος μην ενδώσεις.  

Η οργή γεννάει οργή, το μίσος μίσος, η γκρίνια γκρίνια,
και αν από τα πάθη δεν απαλλαγώ, δεν θα χω ζωή γαλήνια.

Ο δαιμονισμένος Γαδαρηνός, πριν το θαύμα άφριζε και οργιζόταν,
αλλά «ώ του παραδόξου θαύματος», μετά ήταν πράος και ευχόταν.

Πώς μεταλλάσσεται έτσι ξαφνικά Θεέ μου η ψυχή του ανθρώπου;
Μέσα στα πάθη του είναι αιχμάλωτος και δυστυχής,
και δια της χάριτος γίνεται ελεύθερος και ευτυχής.

Ο πράος φέρει την ειρήνη στον κόσμο και την ψυχική ηρεμία,
τις σατανικές πλάνες του εχθρού διαλύει, εις θεϊκή «γαρ παγκαρπία».

Θα θριαμβεύσουν αυτοί που στο κόσμο της κραυγής και της επιβολής,
έμειναν ήρεμοι, σιωπηλοί, και από το κοσμικό φρόνημα κρατήθηκαν απαθείς.

Στεφάνια αμάραντα  θα δοθούν σ’ αυτούς που σιώπησαν από ταπείνωση,
δεν ανταπέδωσαν σε φοβερισμούς και κέρδισαν την πνευματική ανύψωση.

Οι πράοι θα είναι το «αλάτι της γης», ο φάρος, προς Χριστόν ανάβαση,
γιατί μόνοι αυτοί και οι ταπεινοί τη καρδία, θα βρούνε ανάπαυση.

Το άτρωτο της πραότητας λάβαρο σήκωσε με περίσσεια τιμή,
και γεύσου της νίκης την χαρά εις αθάνατη εν Χριστώ ζωή.






[1] Πρέπει να νεκρώσει τον «παλαιό άνθρωπο» και  τη θέση του να πάρει ο «καινός άνθρωπος» που ζει ευεργετώντας και δοξάζοντας το Θεό.
[2] 3)Κατά Ματθαίον 5:5 «…μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὴν γῆν…»
[3] Γαλάτας (5, 19-21) «…φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, ἃ προλέγω ὑμῖν καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν…»
[4] Κατά Ιωάννην (14, 14)
[5] Ψαλμός 76, 5

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

38. Κυριακή των αγίων Πατέρων, Τίτον (3, 8-15)



Τίτον (3, 8-15)
«…8 Τέκνον Τίτε, πιστός ο λόγος, και περί τούτων βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι• ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ. Ταύτα εστι τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις• 9. μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έριες και μάχας νομικάς περιΐστασο• εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι. 10. Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, 11. ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάρκριτος. 12. Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν• εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13. Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη. 14. Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι. 15. Ασπάζονταί σε οι μετ΄ εμού πάντες. Άσπασαι τους φιλούντας ημάς εν πίστει. Η χάρις μετά πάντων υμών• Αμήν...».



ΑΝΑΛΥΣΗ

Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα λέγεται 3 φορές κατά την διάρκεια του χρόνου, η 1η είναι μετά το Πάσχα, εις μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η 2η είναι μέσα στον Ιούλιο, και είναι εις μνήμη των αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και η δε 3η, μέσα στον Οκτώβριο, εις μνήμη των αγίων Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου.
Με την πράξη αυτή η Εκκλησία, θέλει να τιμήσει όλους εκείνους τους αγίους ιεράρχες, που έλαβαν μέρος στις Οικουμενικές Συνόδους, δια των οποίων πολεμήθηκαν όλες οι κατά καιρόν αιρέσεις, περιφρουρήθηκε η ορθή διδασκαλία, διατυπώθηκαν τα δόγματα της πίστεως και θεσπίστηκαν οι ιεροί κανόνες χάριν της ευταξίας και της καλής διοικήσεως της Εκκλησίας.
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, έχει ποιμαντικό χαρακτήρα, και ταιριάζει άριστα με το αντικείμενο εορτασμού των Κυριακών που προαναφέραμε, εις μνήμη δηλαδή των αγίων Πατέρων, οι οποίοι υπήρξαν θεοφόροι ποιμένες και πνευματοκίνητοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας. 

«...Τέκνον Τίτε, πιστός ο λόγος, και περί τούτων βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι• ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ. Ταύτα εστί τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις...». στιχ. 8
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ξεκινά με τη φράση «…πιστός ο λόγος…». Ο λόγος που αναφέρει ο απόστολος έχει να κάνει με το λόγο του Κυρίου. Μέσα στην Εκκλησία, όλα στέκονται και στηρίζονται  στην ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ του λόγου του Θεού, ότι δηλαδή είναι λόγος ΑΛΗΘΙΝΟΣ, ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΣ, και ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ. Είναι λόγος ζωής και σωτηρίας.
Αντίθετα ο δικός μας λόγος, είναι ανθρώπινος, τρεπτός και ασταθής. Μεταβάλλεται και καταρρίπτεται, όταν βρεθεί μ’ ένα σημαντικό αντίλογο. Ο άνθρωπος σώζεται όταν αποδέχεται ολόψυχα την αξιοπιστία του Θεού. Αντίθετα αμαρτάνει, όταν την αμφισβητεί και προσπαθεί να βεβαιωθεί για το λόγο του Θεού, ξεκινώντας από το δικό του λόγο, όταν δηλαδή ζητεί να πεισθεί και ύστερα να πιστέψει.
Πρώτα αγαπούμε και πιστεύουμε και μετά γνωρίζουμε!! Αν δεν πιστέψουμε σ’ αυτόν που μας ομιλεί και σ’ αυτά που λέει, τίποτα δεν θα καταλάβουμε. Το λέει και ο προφήτης Ησαίας (7, 9), «…εάν μη πιστεύσητε, ουδέ μη συνιήτε…».
Ο σκοπός για τον οποίο ο Παύλος ζητά από τον Τίτο να ομιλεί με βεβαιότητα για την αξιοπιστία του Ευαγγελίου είναι η χριστιανική πράξη και η μαρτυρία της αγάπης. Οι άνθρωποι που αποδέχτηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού, και πιστεύουν στο λόγο του Θεού, οφείλουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Η πίστη μόνη της δεν αρκεί για τη σωτηρία μας!
Τα έργα της αγάπης στη ζωή των πιστών, δεν πρέπει να θεωρούνται πάρεργο, αλλά κύριο μέλημα και έργο κάθε χριστιανού. Είναι η απόδειξης της ειλικρινής πίστεώς μας προς το Θεό και τη γνησιότητα της αγάπης μας προς τους αδερφούς μας.
«...μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έριες και μάχας νομικάς περιΐστασο• εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι…» στιχ. 9
Πριν ο Παύλος υπέδειξε στον Τίτο, τι έπρεπε να επιδιώξει. Εδώ του συνιστά τί όφειλε ν’ αποφύγει.
Ο Τίτος μέσα από τα λεγόμενα του αποστόλου όφειλε ν’ απέχει από προστριβές, οξείες συζητήσεις και τελικά συγκρούσεις ανάμεσα στους διαλεγόμενους, γύρω από την ισχύ των διατάξεων του Μωσαϊκού νόμου. Όφειλε ν’ απέχει γιατί αυτά τα πράγματα είναι ανώφελα και μάταια, γιατί όχι μόνο δεν ωφελούν αλλά ζημιώνουν την Εκκλησία.  
«...Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού...» στιχ. 10
Ο Παύλος εδώ γίνεται ακόμα πιο σαφέστερος, υποδεικνύοντας πια πρέπει να είναι η στάση των ποιμένων απέναντι στους αιρετικούς.
Χρέος τους λοιπόν, ως πρώτο στάδιο, είναι να νουθετήσουν τον αιρετικό μια και δύο φορές. Αν η νουθεσία δεν τελεσφορήσει, και ο νουθετούμενος αιρετικός εξακολουθεί να εμμένει στις κακοδοξίες του, τότε δεν υπάρχει άλλη λύση  από την εγκατάλειψη.
Η «παραίτηση», που αποτελεί το δεύτερο στάδιο αντιμετώπισης, εδώ σημαίνει όχι απλώς εγκατάλειψη αλλά και διακοπή κάθε κοινωνίας. Εφόσον οι επανειλημμένες νουθεσίες αποβαίνουν άκαρπες, είναι ανώφελη συζήτηση κάθε περαιτέρω επικοινωνία με αιρετικούς και πείσμονες ανθρώπους.
Ως τρίτο στάδιο, οι ποιμένες θα πρέπει να διαφυλάξουν τους πιστούς από την κακόδοξη αίρεση, που θα προσπαθήσει να τους συμπαρασύρει, και να διατηρήσει καθαρή την παρακαταθήκη της πίστεως.
Το ποιμαντικό αυτό έργο που παίρνει η Εκκλησία αποβαίνει πολλές φορές ωφέλιμο και για τους ίδιους τους αιρετικούς, διότι η αποκοπή τους από την εκκλησιαστική κοινωνία θα τους κάνει να συνέλθουν και να διορθωθούν, ή αν αυτό δεν γίνει, τους αφαιρεί κάθε δικαιολογία ή πρόφαση.
«…ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάρκριτος…» στιχ. 11
Η εγκατάλειψη του αιρετικού είναι επιβεβλημένη από τους ποιμένες της Εκκλησίας μας, γιατί όταν η πλάνη κυριεύει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος επιμένει σ’ αυτήν, και διαστρέφει το νου του. Η αίρεση αποτελεί νόσο της ψυχής και ο αμετάπειστα αιρετικός είναι ανίατα άρρωστος. Εκούσια του έχει αποκοπεί από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Στάση αδικαιολόγητη, αφού δεν υπάρχει ελαφρυντικό της άγνοιας. Όταν μετά από την παραίνεση, ο αιρετικός επιμένει, τότε γίνεται αυτοκατάκριτος.
«…Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν• εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι. 13. Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη. 14. Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι. 15. Ασπάζονταί σε οι μετ΄ εμού πάντες. Άσπασαι τους φιλούντας ημάς εν πίστει. Η χάρις μετά πάντων υμών• Αμήν…» στιχ. 12
Το τμήμα αυτό της επιστολής αποτελεί τον επίλογο της επιστολής, και ο απόστολος δίνει κάποιες τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες προς τον μαθητή του απόστολο Τίτο και προς πρέπει να σπεύσει να τον συναντήσει.
Το παράδειγμα του αποστόλου είναι αξιοθαύμαστο, γιατί αν και επιφορτισμένος με την μέριμνα πασών των εκκλησιών, δεν παραλείπει κανένα, αλλά όλους τους θυμάται και για όλους ρωτά και ενδιαφέρεται. Ακόμη και για τα καθημερινά προβλήματα και τις υλικές τους ανάγκες.
Τους θυμίζει πως τα καλά έργα συνιστούν την καρποφορία της πίστεως, είναι η ακτινοβολία της γνήσιας χριστιανικής ζωής. Χωρίς τα καλά έργα οι χριστιανοί ομοιάζουν με δένδρα άκαρπα.  
Στο τελευταίο στίχο, τους ασπάζεται και τους ευλογεί. Η αγάπη είναι ο ιερός δεσμός που συνδέει τα μέλη της εκκλησίας. Ο δεσμός αυτός στηρίζεται στην κοινή πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και αποτελεί την ενοποιό δύναμη που συνέχει άρρηκτα τους χριστιανούς μεταξύ τους και με τον τρόπο αυτό οικοδομεί την Εκκλησία σε σώμα Χριστού. Όλα μέσα στην Εκκλησία είναι έργο της θείας Χάριτος. Με τη χάρη του Θεού ζουν και προκόπτουν πνευματικά οι πιστοί και με την ίδια χάρη αυξάνεται και οικοδομείται το σώμα της Εκκλησίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


«…ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ…».
Η φράση αυτή αποτελεί το ουσιαστικό αίτημα της χριστιανικής ζωής που είναι η πράξη, η αναγκαιότητα των καλών έργων. Στη χριστιανική ζωή δεν επαρκεί μόνο η πίστη. Πρέπει να συνδυάζεται με την πράξη, ώστε η πίστη να μετουσιώνεται σε έμπρακτη μαρτυρία αγάπης. (όχι μόνον λόγια αλλά και πράξεις).
Ασφαλώς η πίστη έχει πρωταρχική σημασία και είναι εκείνη που ανοίγει το δρόμο της σωτηρίας. Ωστόσο δεν μπορεί να είναι μια θεωρητική στάση, μια αφηρημένη αποδοχή κάποιων αφηρημένων αληθειών ή αρχών, αλλά μια ΖΩΣΑ μαρτυρία, που θα αντικατοπτρίζει τη ζωή και τα έργα μας. Πίστη, χωρίς ζωή και χωρίς έργα είναι ανάπηρη και κίβδηλη. «…Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί…» μας διαβεβαιώνει ο αδελφόθεος Ιάκωβος. Και όταν λέμε πως πιστεύουμε σ’ Αυτόν, Εκείνος μας φωνάζει: «…Δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου…». Ιακ. (2, 18). Και όταν διακηρύσσουμε πως τον αγαπούμε, Εκείνος μας υπογραμμίζει πως όσα «…ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε…», δείχνοντας την αγάπη προς τους άλλους, ως ένδειξη αληθινής αγάπης προς το Θεό.
Έχουμε χρέος λοιπόν αδελφοί μου, να δείξουμε έμπρακτα την αγάπη μας, εις πάσα άνθρωπο. Και όπως μας διδάσκει ο απόστολος, δεν πρέπει απλώς να ενεργούμε το καλό, αλλά να γινόμαστε οι πρωτοπόροι κάθε καλού έργου. Γένοιτο.



Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

36. Απόστολος Κυριακής ΙΗ' - Β' Κορ. (9, 6-11)


Β' Κορ. (9, 6-11)
«…Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· ᾽Εσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσει τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ...».



ΑΝΑΛΥΣΗ

Στην παρούσα περικοπή ο απόστολος κάνει μια έκκληση προς τους Κορινθίους να ανταποκριθούν στον έρανο που θα διεξαχθεί προς τους πτωχούς της Παλαιστίνης, και τους διαβεβαιώνει για τις πολλές ευλογίες με τις οποίες ο Θεός θ’ ανταμείψει την γενναιόδωρη και πρόθυμη προσφορά τους.
Ο Παύλος μας υποδεικνύει πως πρέπει να γίνεται η εισφορά και εξαίρει τις ιδιότητες και τους καρπούς της ελεημοσύνης.
Ως χριστιανοί αποτελούμε μέλη του ενός σώματος της Εκκλησίας. Όντας όλοι μας παιδιά του Θεού, είμαστε και αδέλφια. Και ως αδελφοί εν Χριστώ αυτό που μας συνδέει και μας φέρνει πιο κοντά είναι η αγάπη. Μια αγάπη που θα πρέπει να εκδηλώνεται εμπράκτως και όχι θεωρητικά και αόριστα.  
 

«...Ἀδελφοί, σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καὶ θερίσει...». στιχ. 6
Για να παρακινήσει ο Παύλος τους Κορινθίους να συνεισφέρουν πλουσιοπάροχα στον έρανο, παρομοιάζει το έργο της ελεημοσύνης με τη σπορά. Όπως στην περίπτωση του γεωργού, που σπέρνει λίγο σπόρο, λίγος θα είναι και ο καρπός που θα θερίσει κατά την ώρα της συγκομιδής. Έτσι είναι και στην ελεημοσύνη. Εφ’ όσον προσφέρει κάποιος «φειδομένως» δηλ. με τσιγγουνιά, ανάλογη θα είναι και η αμοιβή που θα λάβει από το Θεό.
Ο γεωργός που σπέρνει, διαφαίνεται πως σκορπίζει τον καρπό που έχει στις αποθήκες του, και κατά συνέπεια να τον στερείται. Όμως, όταν θα έρθει η στιγμή του θερισμού, θα συλλέξει πολύ περισσότερο καρπό από απ’ αυτόν που σκόρπισε τον καιρό της σποράς. Κάτι ανάλογο γίνεται και με την ελεημοσύνη.
Εκείνος που δίνει ελεημοσύνη διαφαίνεται ότι αποστερείται αυτά που προσφέρει για χάρη των άλλων, όμως θα έρθει εκείνη η ώρα που θα θερίσει πολλαπλάσια αγαθά απ’ αυτά που έδωσε, μπορεί να μην είναι σ’ αυτή τη ζωή, αλλά σίγουρα στη μέλλουσα ζωή.
Αυτός που σπέρνει στους αγρούς ακόμα, ελλοχεύει ο κίνδυνος, να ξεσπάσει κακοκαιρία και να υπάρξουν θεομηνίες, μ’ αποτέλεσμα όλα όσα προέβηκε τον καιρό του θερισμού ν’ αποβούν εις μάτην. Αλλά πάραυτα, το γνωρίζει και πάλι το πράττει. Αυτός όμως που ελεεί, όσο και να δοκιμασθεί, όσο και αν εμπαιχθεί, όσο και αν χλευαστεί, ο καρπός της ελεημοσύνης του θ’ αποδοθεί, γιατί ο «λόγος του Κυρίου δίκαιος είναι και διαμένων εις τον αιώνα».
Παρόλο που τα γνωρίζουμε αυτά εντούτοις δυσκολευόμαστε να ελεούμε γιατί η πίστη μας και η ελπίδα μας στο Θεό, είναι ασθενέστερη από του γεωργού που στηρίζει την ελπίδα του στους αγρούς και στον καιρό.
«...Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός…» στιχ. 7

Ο απόστολος Παύλος στον παρόντα στίχο επισημαίνει πως η προσφορά προς τους συνανθρώπους μας, είναι καρπός ελευθερίας και αγαθής εσωτερικής διαθέσεως. Δεν πρέπει να γίνεται με λύπη, που συνήθως γεννιέται μέσα μας επειδή αυτό που δίνουμε μας ανήκει και κατ’ επέκταση το στερούμαστε. Αλλά δεν πρέπει ούτε και να γίνεται εξ’ ανάγκης, δηλ. να μας επιβάλλεται από τρίτους, καταναγκαστικά, αλλά πρέπει εμείς οι ίδιοι να το θελήσουμε και να το αποφασίσουμε. 
«...Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν...». στιχ. 8
Οι χριστιανοί υπακούοντας στο νόμο της αγάπης και της έμπρακτης φιλαδελφίας, ασκώντας το έργο της ελεημοσύνης, οφείλουν να πιστεύουν ότι ο παντοδύναμος Θεός, η πηγή των χαρίτων και των ευλογιών, όχι μόνο δεν θα τους εγκαταλείψει, αλλά θα τους χαρίσει αφθόνως κάθε χάρη.
Συχνά και πολλούς βασανίζει ο φόβος μήπως η άσκηση της ελεημοσύνης, οδηγήσει τους ίδιους σε κατάσταση φτώχιας και ανάγκης. Διασκεδάζοντας ο Παύλος τον φόβο τούτο, καθησυχάζει τους Κορινθίους, διαμηνύοντάς τους πως ο Θεός έχει τη δύναμη να τους χορηγήσει με αφθονία κάθε δωρεά.
Προϋπόθεση για ν’ ασκήσουμε το έργο της ελεημοσύνης δεν είναι η ύπαρξη πλούτου αλλά η αυτάρκεια. Όταν με τη δύναμη του Θεού μπορούμε να επαρκούμε τις ανάγκες μας, τότε θα μπορούμε ν’ ανταποκρινόμαστε «εις παν έργον αγαθόν».
«…καθὼς γέγραπται· ᾽Εσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα…» στιχ. 9
Αυτά που υπέδειξε ο απόστολος γράφτηκαν και στους ψαλμούς του Δαβίδ, καθώς και ο Μ. Βασίλειος το επισημαίνει  και αναφέρει το εξής χωρίο για τον πλούτο «…Ο πλούτος που σκορπίζεται με τον τρόπο που διδάσκει ο Κύριος, έχει τη δύναμη να παραμένει, αντίθετα όταν κρατιέται, χάνεται. Εάν φυλάττεις, δεν θα έχεις, εάν σκορπίσεις, δεν θα χάσεις. Διότι λέει η γραφή «…ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα…» Ψαλ. 111,9…».
«…Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσει τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν…» στιχ. 10
Ο «…ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν…», είναι ο ζων και αληθινός Θεός. Εκείνος χορηγεί για τα πάντα! Εκείνος αυξάνει τους καρπούς της γης, έτσι ώστε όχι μόνο να έχουμε τροφών για ολόκληρο το χρόνο, αλλά και τον αναγκαίο σπόρο για να σπείρουμε και για τον επόμενο χρόνο.
Ο «σπόρος» εδώ συμβολίζει τα υλικά αγαθά, ο αισθητός πλούτος. Ο σπόρος λοιπόν αυτός των υλικών αγαθών, μας δίνει τη δυνατότητα ν’ ασκούμε και μια άλλου είδους σπορά, την πνευματική σπορά. Αυτή η πνευματική σπορά που περιλαμβάνει την ελεημοσύνη και την αγαθοεργία, μας εξασφαλίζει μια διαφορετική αλλά πλούσια συγκομιδή. Αυξάνουν τα «…γεννήματα της δικαιοσύνης μας…», δηλ. την ανταμοιβή με την οποία ο Κύριος  θ’ ανταμείψει το έργο της φιλανθρωπίας μας.
«…ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ…» στιχ. 11
Ο παρών στίχος αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου. Η άσκηση του έργου της ελεημοσύνης αν και φαινομενικά δείχνει ότι αφαιρεί και μειώνει αυτά που διαθέτουμε, εντούτοις μας καθιστά πραγματικά πλουσίους.
Εδώ ο ερμηνευτής Θεολόγος μακαριστός Παναγιώτης Τρεμπέλας επισημαίνει κάτι πολύ όμορφο. «…Όσοι σφίγγουν τα χέρια τους, για να κρατήσουν τον υλικό πλούτο μόνο για τον εαυτό τους, θα έρθει μια μέρα εκείνη η ώρα του θανάτου, που αποθέτοντας το σώμα, θ’ αφήσουν μαζί μ’ αυτό και οτιδήποτε κρατάν στα χέρια τους. Και θα απέλθουν γυμνοί και πάμπτωχοι…». Ενώ αυτοί που θησαύρισαν στους ουρανούς με έργα αγάπης, θα βρεθούν μετά το θάνατό τους πλούσιοι. 
«…ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ…». Η προσφορά των Κορινθίων προς τους πτωχούς των Ιεροσολύμων δεν θα είναι μόνο μια πράξη ελεημοσύνης, αλλά και πράξη ευχαριστίας προς το Θεό. Μέσα από τα καλά μας έργα ευχαριστούμε και δοξάζουμε τον επουράνιο Πατέρα μας αλλά και οι παραλήπτες βλέποντας πως δια της αγάπης του Θεού διευκολύνονται κάπως στον αγώνα τους, παρακινούνται και αυτοί με τη σειρά τους να δοξάσουν το Θεό.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Αν κάτι μας φέρνει πλησιέστερα στο Θεό, αυτό είναι η αγάπη που δείχνουμε προς τους άλλους και η ελεημοσύνη που ασκούμε χάριν των «ελαχίστων» αδελφών μας.
«…Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος…» μας λέει ο ψαλμός του Δαβίδ και μας παρακινεί να είμαστε και εμείς σπλαχνικοί όπως ο Θεός Πατέρας. Ας ελεούμε με απλοχεριά αυτούς που έχουν ανάγκη. Το χέρι μας όταν κάνουμε ελεημοσύνη δεν κινείται μόνο του, το κινεί η καρδιά μας. Γι’ αυτό και την αγαθοεργία μας οφείλουμε να την ασκούμε με όλη μας την καρδιά. «…Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ…» διδάσκει ο απόστολος.

Γνωρίζουμε πολύ καλά πως ό,τι προσφέρουμε στους αδερφούς μας, είναι σαν το προσφέρουμε στο Χριστό! Για το λόγο αυτό τα δίνουμε με όλη μας την καρδιά «…μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης…», αλλά με προθυμία και χαρά. Ο Θεός περισσότερο και από την πράξη μετρά τη διάθεσή μας, βλέπει και κρίνει την πρόθεση της καρδίας μας. Τελειώνοντας θα ήθελα ν' αναφέρω το λόγο του αγίου Μάξιμου του Ομολογητού, που μας λέει πως "...ουδεν ούτως ευφραίνει τον Θεόν ως ελεημοσύνη...". Ας απονέμουμε δόξα στο Θεό ασκώντας την όπως Εκείνος μας υπέδειξε. Γένοιτο.