Gold Cross

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

2. ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθ. (2, 1 – 12)

«…Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. Ακούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ, καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· Καὶ σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. Οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. Καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· Καὶ χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν…».

ΑΝΑΛΥΣΗ


Ο Θεός επί γης!!!

«…Ο άσαρκος σαρκούται. Ο Λόγος παχύνεται…» Γρηγ. Του Θεολόγου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος και πραγματοποιείται το πιο μεγάλο Μυστήριο «…το πάντων καινών καινότατον…» δηλ. το πιο καινούριο απ’ όλα τα καινούρια, το μόνο και μοναδικό!

Όλα τα έργα που διαβάζουμε στην Παλαιά Γραφή, ο Θεός τα έκανε «λίαν καλώς» δηλ. πολύ καλά. Δεν λέγει, είναι άριστα, γιατί άριστο θα είναι ένα και θα επακολουθήσει «επ’ εσχάτων των καιρών», όταν θα έλθει το πλήρωμα του χρόνου. Όπως μας λένε και οι Πατέρες η Ενανθρώπηση του Κυρίου μας, είναι το μόνον όντως και ασυγκρίτως άριστον, που από αυτήν περισσότερο κατά τον Γρηγόριο Παλαμά είναι το τέλος, δηλ. τα σωτήρια πάθη και η Ανάστασης.

Στην παραβολή του γάμου, του Υιού του Βασιλέως, ο Βασιλιάς μεταξύ των άλλων αναφέρει «…ιδού το άριστόν μου ητοίμασα…». Όπως ερμηνεύει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, η πρόσκληση αυτή του Θεού, απευθύνεται μετά την «εκ νεκρών Ανάστασιν», όταν με τη θυσία Του και τη προσφορά του Σώματος και Αίματός Του, γίνεται ο γάμος Του, δηλ. η σύναψή του με τον άνθρωπο που ήρθε στη γη για να σώσει.

Το μυστήριο αυτό, «του μυστικού και αχράντου γάμου», είναι το όντως άριστο, που αρχίζει εδώ και ολοκληρώνεται στο δείπνο της Βασιλείας Του, και είναι ο καρπός της θείας Ενανθρωπήσεως.

Ο Θεός λοιπόν γίνεται άνθρωπος για να ενώσει τον ουρανό με τη γη, γίνεται άνθρωπος για ν’ ανυψωθεί ο άνθρωπος στο ύψος της θεώσεως και να συμπληρωθεί ο «άνω κόσμος». Αυτό γιορτάζουμε σήμερα, «…επιδημίαν (=ερχομό) Θεού προς ανθρώπους, ίνα προς Θεόν ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν…» (Γρ. Θεολόγου).

1. Η «…έφεσις του κρείττονος…»



Ο άνθρωπος, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, φέρει μέσα του, την «…έφεσιν του κρείττονος…», δηλ. την επιθυμία να γίνει πνευματικά ανώτερος, καλύτερος. Η επιθυμία που κατευθύνει τον κάθε άνθρωπο, δεν μπορεί έτσι απλά να σβήσει ή ν’ αποκοπή. Ο μόνος τρόπος για να αλλάξεις την υπάρχουσα είναι να την αντικαταστήσεις με μι ανώτερη επιθυμία! Αλλά τι πιο ανώτερο και καλύτερο από τον Θεό;

H «έφεσις» αυτή μπορεί να βρει το πλήρωμά της, στο «καθ’ ομοίωσιν», να γίνει ο άνθρωπος κι αυτός θεός «κατά χάριν».

Ο κίνδυνος εδώ που ελλοχεύει, είναι η  «έφεσις» αυτή του ανθρώπου, ν’ αντικατασταθεί από τη ματαιότητα του κόσμου και να υποδουλωθεί ο άνθρωπος στον κόσμο, κάτι το οποίο έγινε και γίνεται. Δυστυχώς, με την υποκίνηση του διαβόλου, απαρνήθηκε τη σχέση του με το Θεό και πίστεψε πως μπορούσε μόνος του να πραγματοποιήσει τη θέωση. Όχι μόνο δεν κατάφερε ο άνθρωπος τη θέωσή του, αλλά επέφερε και κάτι χειρότερο, την αποκτήνωσή του. «…Νους αποστάς Θεού γίνεται κτηνώδης ή δαιμονιώδης…» διδάσκουν οι Πατέρες.

Ο άνθρωπος κατέληξε στο θάνατο, στον πυθμένα του Άδη, έγινε δέσμιος του άσπονδου εχθρού και στην κατάσταση που περιέπεσε, ΜΟΝΟ η παρουσία του Θεού, μπορεί να τον σώσει.

2. «…Εγγεννήθη και εδόθη ημίν…»


Μετά την αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήσει την «…έφεσιν του κρείττονος…», την λύση την δίνει ο ίδιος ο Θεός.

Αφού αστόχησε ο άνθρωπος θα πάρει τη θέση του ο Θεός, θα γίνει άνθρωπος, και θα προσφερθεί στον Θεό με υπακοή και ταπείνωση για να πραγματοποιήσει την «έφεσιν». «…Παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν…» Ησαϊας (9, 6) δηλ. για μας γεννήθηκε και σε μας δόθηκε. Έγινε για μας όχι μόνο η «οδός» προς το πλήρωμα της θεώσεως, αλλά το ίδιο το πλήρωμα.

Από το ύψος της θεότητος, κατέβηκε στη γη, στην ανθρώπινη εσχατιά, καταδέχθηκε να γεννηθεί και να σπαργανωθεί σε μια σπηλιά, σε μια φάτνη, ν’ απαρνηθεί και τα πιο στοιχειώδη αγαθά για τον άνθρωπο. Πείνασε, δίψασε, έμεινε άστεγος και πτωχός, μη έχοντας που «την κεφαλήν κλίνει», σταυρώθηκε και πέθανε υπέρ όλου του κόσμου! 

Γυμνώθηκε απ’ όλα τα του κόσμου, για να ντύσει τον άνθρωπο τη στολή της θεότητος. Και ενώ ο άνθρωπος αρνήθηκε το θέλημα του Θεού, για να μην υποστεί την «ελάχιστη» θυσία, ο Κύριος υπέστη όλες τις θυσίες «μέχρι θανάτου σταυρού», ακολουθώντας το θέλημα του Πατρός Του.

Το θέλημα του Πατρός Του ήταν το «βρώμα» Του (=η τροφή Του) αλλά και η ασπίδα όλων των σκοτεινών δυνάμεων που παρατάχθηκαν εναντίον Του. Πάντα υπότασσε με αγάπη το θέλημα της ανθρώπινης φύσεως στο θείο θέλημα. «Το γεννηθήτω το θέλημά Σου» ήταν το όπλο που νίκησε το θάνατο και χάρισε στον κόσμο την Ανάσταση.

3. Η Ενανθρώπηση, «οδός» για συνάντηση



Είναι δυνατό ο σημερινός άνθρωπος να συναντήσει τον Ενανθρωπήσαντα Θεό;

Ασφαλώς ναι! Φτάνει ο άνθρωπος να τον αναζητήσει σωστά. Οι ψυχές που τον αναζητούν είναι πολλές, όπως τότε, έτσι και σήμερα. Ο τρόπος αναζήτησης δεν είναι ατομικός αλλά εκκλησιαστικός δηλ. μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κατέχει και χορηγεί τη Χάρη, δηλαδή το Χριστό. Όλοι όσοι επιθυμούν και διψούν να ενωθούν μαζί Του, μόνο δια μέσου της ζωής της Εκκλησίας, μπορούν να βρουν πλήρωμα ζωής.

Παρόλα αυτά ο σύγχρονος άνθρωπος αμφιβάλλει πως μια τέτοια ζωή, την οποία ακολούθησαν εκατομμύρια άγιοι αποτελεί την οδό για τη Ζωή. Έγινε δούλος του καταναλωτισμού και των κοσμικών αγαθών. Τα ίδια τα Χριστούγεννα τα έχει αλλοιώσει. Νομίζει πως γιορτάζει Χριστούγεννα όταν φωταγωγήσει τους δρόμους και τα σπίτια. Όταν η μέριμνα μας είναι το πώς θα περάσουμε καλύτερα τις γιορτές και πόσα εδέσματα θα έχουμε στο τραπέζι μας. Μέσα σ’ όλα αυτά, λείπει ο Χριστός, αυτή είναι η «κατά σάρκα» γνώση του Χριστού, που θ’ αφήνει πάντοτε ανεκπλήρωτη την «έφεσιν του κρείττονος».

Για να συναντήσουμε το Χριστό απαιτείται Μετάνοια, «κένωση|», θυσία, σταυρός για τον κόσμο και μεταστροφή της δίψας μας από τον κόσμο στο Θεό και θέλημά Του. Αυτήν την «κένωση» ζητεί η Εκκλησία μας, που προϋποθέτει νηστεία, όχι μόνο τροφών, αλλά από κάθε πάθος, κάθε αμαρτία και παράδοση στον Ενανθρωπήσαντα Χριστό. Είναι η οδός της αγάπης, της ταπείνωσης, της θυσίας προς το συνάνθρωπό μας και όχι στον εαυτό μας.

Αυτή η οδός προϋποθέτει σταύρωση, θάνατο καθημερινό και επώδυνο για την κατά σάρκα ζωή αλλά είναι Ζωηφόρος. Τότε θα δούμε τον Κύριο μας να γεννάται συνεχώς και ανελλιπώς μέσα στις καρδιές μας!!!! Αμήν.

4. Πορεία θεώσεως


Με την ενανθρώπηση του Θεού, δια της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, ο Θεάνθρωπος Χριστός μας, αφού ήρθε, περπάτησε και δίδαξε στη γη, έστειλε το θαυμαστό μήνυμα σ’ όλη την Οικουμένη, πως ο κάθε άνθρωπος μπορεί να χωρέσει μέσα του τον Θεό «κατά πνεύμα» και να γίνει «κατά χάριν» θεός.

Εάν καθαρθούμε από τα πάθη μας, δια της ασκήσεως που ορίζει η αγία μας Εκκλησία, ο Θεός θα ευαρεστηθεί και θα έλθει μέσα μας και θα «ποιήση μονήν». Ο «…τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ…» Ιωα. (6, 56) μας υποσχέθηκε και ο Λόγος του Θεού «…διαμένων εις τον αιώνα…».

Το δικό μας χρέος είναι να ετοιμάσουμε τον εαυτό μας για να γίνει «οίκος Θεού». Ποια απολογία ερωτά ο ιερός Χρυσόστομος, θα έχουμε όταν Αυτός για χάρη δική μας, κατεβαίνει από τους ουρανούς, ενώ εμείς ούτε από το σπίτι μας δεν βγαίνουμε να έρθουμε κοντά Του στη θεία Λειτουργία; Και συνεχίζει «…οι Μάγοι μόνο προσκύνησαν αλλά εσύ αν έρθεις με καθαρή συνείδηση, όχι μόνο θα τον προσκυνήσεις αλλά θα τον πάρεις και σπίτι σου…». Οι μάγοι πρόσφεραν χρυσόν, λίβανο και σμύρνα. Εμείς ας προσφέρουμε σωφροσύνη, προσευχή καθαρή, θυμιάματα πνευματικά, ταπεινοφροσύνη και ελεημοσύνη. Με τέτοια δώρα θα πλησιάσουμε και θα ενωθούμε μαζί Του. Γένοιτο. 


1. ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθ. (1, 1 – 25)

«…Βίβλος γενέσεως  Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυΐδ, υἱοῦ  Ἀβραάμ. 2  Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν  Ἰσαάκ,  Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰακώβ,  Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, 3  Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἐσρώμ,  Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀράμ, 4  Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀμιναδάβ,  Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών, 5 Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ,  Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰεσσαί, 6  Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα. Δαυΐδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου, 7 Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοάμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀβιά,  Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀσά, 8  Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰωσαφάτ,  Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰωράμ,  Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ὀζίαν, 9  Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰωάθαμ,  Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἄχαζ,  Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἐζεκίαν, 10  Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀμών,  Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰωσίαν, 11  Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. 12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος  Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ, 13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀβιούδ,  Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἐλιακείμ,  Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀζώρ, 14  Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἀχείμ,  Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἐλιούδ, 15  Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἐλεάζαρ,  Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰακώβ, 16  Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν  Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη  Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. 17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ  Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες. 18 Τοῦ δὲ  Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ  Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος  Ἁγίου. 19  Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν. 20 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων·  Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν  Ἁγίου. 21 τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ  Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 22 Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· 23  Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ  Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός. 24 Διεγερθεὶς δὲ ὁ  Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, 25 καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ  Ἰησοῦν…».

ΑΝΑΛΥΣΗ


Το Ευαγγέλιο που ακούσαμε σήμερα είναι η αρχή του 1ου από τα 4 Ευαγγέλια και η αρχή της Καινής Διαθήκης. Στο μεγαλύτερο μέρος του Ευαγγελίου περιέχει ένα μακρύ κατάλογο εβραϊκών ονομάτων, άγνωστα στους πολλούς, ενώ στο τέλος γίνεται μια σύντομη αναφορά στο μυστήριο της γεννήσεως του Κυρίου.

Ποια η σκοπιμότητα της παράθεσης τόσων ονομάτων και μάλιστα στην πρώτη σελίδα της Καινής Διαθήκης; Ποιο μυστήριο κρύβεται μέσα σ’ αυτά;
Ας δούμε μαζί την ανάλυση του σημερινού Ευαγγελίου.

1. «…Βίβλος γενέσεως  Ἰησοῦ Χριστοῦ…»



Ο Ευαγγελιστής μας στο σημερινό ευαγγέλιο μας μιλά για την γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού, όχι την προαιώνια και ανέκφραστη «εκ του Πατρός και άνευ μητρός», αλλά για την «εν χρόνω», ανέκφραστη, «κατά σάρκα γέννησιν εκ Παρθένου Μητρός, άνευ Πατρός», όταν γεννήθηκε ως άνθρωπος.

Μια γέννηση γεμάτη μυστήριο, αφού η σύλληψη έγινε «ασπόρως», εκ Πνεύματος Αγίου αλλά και «αφθόρως», χωρίς η Παναγία μας να υποστεί καμία απόλυτος φθορά κατά την γέννηση. Όπως ήταν Παρθένος πριν, παραμένει Παρθένος κατά και μετά τη γέννηση. Έτσι συμβαίνει το παράδοξο θαύμα, να’ ναι μητέρα και παρθένος, να’ ναι ο Χριστός υιός της αλλά και Δεσπότης, αλλά και αυτή μητέρα αλλά και δούλη Του.

Ο Θεός Λόγος, «νυμφεύεται τη σάρκα», στη μήτρα της Παρθένου, για να την ανακαινίσει, για να της χαρίσει αυτό που στερείτο, την «υπερ φύσιν» χάριν, την αθανασία, τη θέωση. Τέτοια μυστήρια γίνονται όπου βούλεται Θεός, γι’ αυτό και ο άγγελος είπε στη Θεοτόκο Μαρία «…Πνεύμα Αγιον, επελεύσεται επί σει, και δυναμις ύψίστου επισκιάσει σοι…» ( Λουκ. 1, 35)

Αυτό το μέγα θαύμα και μυστήριο, είναι το πραγματικό και μοναδικό ευαγγέλιο, που θέλει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος να αναγγείλει στον κόσμο. Θέλει να δώσει ένα μήνυμα χαράς και όχι φόβου.

Για να το δείξει αυτό ξεκινά με τη φράση «…Βίβλος γενέσεως  Ἰησοῦ Χριστοῦ…», που σημαίνει πως ο Θεός σαρκούται, γίνεται άνθρωπος. Αυτή η Σάρκωση δεν είναι ένα μέρος, μια απλή αναφορά στο όλο βιβλίο του Ευαγγελιστή, αλλά το ΟΛΟ, το «ένα και μοναδικό», στο οποίο περιέχονται τα πάντα. Η Σάρκωση του Θεού και η παρουσία Του ανάμεσά μας, για να πραγματοποιηθεί και μέσα μας «κατά πνεύμα», είναι το πάν.

Η γέννηση του Χριστού μας, είναι η απαρχή της καινής κτίσεως, του καινούριου κόσμου, στον οποίο θα καταργηθεί το χάσμα μεταξύ ανθρώπων και Θεού, που έφερε η αμαρτία της παρακοής, Είναι η απαρχή της σωτηρίας, η δημιουργία της ελπίδας που χάθηκε, και η φανέρωση της αμέτρητης αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.

Γι’ αυτό και ο ιερός Ευαγγελιστής μιλά από την αρχή, για το γεγονός αυτό, γιατί τον συνέχει, δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά του που πληροί την καρδιά του.

2. Η γενεαλογία Του



Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος με τη χρησιμοποίηση αυτών των πολλών ονομάτων, που αποτελούν κλάδο από το γενεαλογικό δένδρο του Χριστού, θέλει να θαυμάσουμε τη θεία Του συγκατάβαση. Πόσο κατεβαίνει, πόσο κατέρχεται «ο εν υψηλοίς κατοικών», για να γίνει απόγονος ανθρώπων «…υιός Αβραάμ και υιός Δαβίδ…».

Το δε όνομα Ιησούς (=σωτήρας) φανερώνει την αποστολή Του, που ήρθε να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, από την οποία μηδαμινός εξαιρουμένου υποδουλωθήκαμε. Το δε όνομα Χριστός, θα πει χρισμένος από το Άγιο Πνεύμα, για να βασιλεύσει πάνω στην αμαρτία, και περιέχει και τη θεία αλλά και την ανθρώπινη φύση Του, δηλ. Θεάνθρωπος.

Από τον Αβραάμ και το Δαβίδ έλκει την καταγωγή του ο Χριστός. Και οι δύο άνθρωποι ήσαν αμαρτωλοί, άνθρωπο με πάθη αλλά είχαν και πολλή αρετή, γιατί έκαναν και πολλά αρεστά ενώπιον Κυρίου. Ο Αβραάμ με την πολλή πίστη του, ήταν έτοιμος να θυσιάσει και το γιο του Ισαάκ στο Θεό και αν ο Θεός δεν έστελνε τον άγγελό Του να τον αποτρέψει θα το έκανε. Ο δε Δαβίδ υπήρξε για το Θεό «…ἄνδρα κατὰ τὴν καρδίαν Του, ὃς ποιήσει πάντα τὰ θελήματά Του…» Πράξεις (13, 22). Οι ψαλμοί του Δαβίδ είναι η καρδιά της αγίας Γραφής. Κανένας άλλος δεν έγραψε κατανυχτικότερους ψαλμούς από αυτούς του Δαβίδ. Μέσα από τους ψαλμούς του Δαβίδ επαναπαύεται ο Κύριος.  


Τόσο ο Αβραάμ τόσο και ο Δαβίδ, πήραν την υπόσχεση από το Θεό, ότι «εκ σπέρματος αυτών», θα ευλογηθούν όλα τα έθνη, γιατί θα προέλθει απ’ αυτούς ο Χριστός ως άνθρωπος.

Οι υπόλοιποι που συνθέτουν τον κατάλογο του ιερού Ευαγγελιστή, ήσαν άνθρωποι που κατά καιρούς, εκδήλωσαν μεν σχέση με το Θεό, αλλά η ζωή τους κάποιους ήταν δοσμένη και στην αμαρτία αλλά και την αποστασία από τον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ.

Θα μπορούσε να λεχθεί πως τα ονόματα αυτά μπορούσαν να παραλειφθούν, να μην μπουν καν μέσα στο Ευαγγέλιο, γιατί θα ήταν προσβολή για ένα Θεό, που μόνο σε αγίους αναπαύεται, να έχει απόγονους ανθρώπους που κυλίσθηκαν στον βόρβορο των παθών και της αμαρτίας.  

Ο Πανάγαθος όμως Θεός, όπως είπαμε και πριν, συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται, επειδή μας αγαπά. «Ουκ επαισχύνεται» να γίνει απόγονος τέτοιων προγόνων, και να υποστεί τέτοια αδοξία. Ο Θεός είναι φοβερός, όχι για τη δύναμή Του, αλλά για την αγάπη Του, όπως μας λέει ο αββάς Ισαάκ.

Για να συναντήσει τον πεσόντα άνθρωπο θα δεχθεί τα χειρότερα. Γίνεται σαρκοφόρος για να μας καταστήσει θεοφόρους. Παρόλη την ελάχιστη αρετή που άσκησαν στη ζωή τους, η αμυδρή τους αυτή πίστη συνέβαλε στο πιο μεγάλο ανθρώπινο επίτευγμα, να προσφέρει η ανθρωπότητα στο Θεό, μια αγία γυναίκα, για να γίνει μητέρα του Λυτρωτή και Θεού μας Ιησού Χριστού.

Ο Χριστός μας δέχεται να μπουν στο Ευαγγέλιο Του κι αυτοί, για να τους καθαρίσει, να τους αγιάσει, και να αναδείξει μια νέα γενεά ανθρώπων θεωμένων, που θ’ ακολουθούν τον Κύριον «…όπου αν υπάγει…» Αποκ. (14, 4)

3. Κένωση – θεία συγκατάβαση



Το μέγα αυτό μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού, ο απόστολος Παύλος το ονομάζει «κένωσιν», «…ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος…» Φιλιπ. (2, 7) και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος συμπληρώνει «…κενούται της εαυτού δόξης, ίνα εγώ μεταλάβω της Εκείνου πληρώσεως…».

Όπως ο Θεός διαμήνυσε στο Μωυσή, «…οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται…» Εξο. (33, 20). Αν ερχόταν σε μας ως Θεός, θα ήταν αδύνατο να δούμε το Πρόσωπό Του και να μη πεθάνουμε, επειδή δεν είμασταν «καθαροί τη καρδία». Γι’ αυτό ο ενανθρωπήσας Θεός, έκρυψε το μεγαλείο και τη δόξα της θεότητάς Του, στην ανθρώπινη φύση, που πήρε από τη Θεοτόκο. Μέσω της Χάριτος και της συνεχής σχέσης αγάπης και κοινωνίας μαζί Του, ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει σε τέτοια πνευματικά επίπεδα, ώστε να δύναται να δει το πρόσωπο του Θεού.

4. Η σάρκωση συνεχίζεται και διαιωνίζεται



Το ύψιστο μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου του Θεού, έλαβε αρχή, αλλά ποτέ δεν θα τελειώσει. Οι Πατέρες μας τονίζουν πως μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, «…αλλ’ αεί γεννάται θέλων…», δηλαδή γεννάται συνεχώς και πάντοτε μέχρι τέλους, «κατά πνεύμα», μέσα σ’ Εκείνους που τον δέχονται και τον αναζητούν.

Με τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, ο Χριστός γεννάται μέσα μας «κατά πνεύμα» και διαιωνίζεται έτσι η σάρκωση προς σωτηρία του γένους των ανθρώπων.

Στόχος μας λοιπόν είναι να γίνουμε μέτοχοι των θείων χαρισμάτων Του, με το να εργαζόμαστε ανελλιπώς τις θείες εντολές Του μέσα στις καρδιές μας, με τη συμμετοχή μας στα άχραντα μυστήρια και γενικά θέτοντας το Χριστό μας ως την πρώτη μας αγάπη. Αμήν. 



Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

25. ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΠΑΤΗΡ Ή ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ;


Ο Πατήρ δεν μεταπίπτει στον Υιό, παραμένει πάντα Πατήρ! ο Υιός δεν μεταπίπτει στον Πατέρα, παραμένει πάντα Υιός· το Πνεύμα δεν μεταπίπτει στον Πατέρα ή τον Υιό, παραμένει πάντα Πνεύμα άγιο.

Η ιδιότητα καθενός προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι σταθερή και αμετάβλητη.

Πώς, άλλωστε, θα παρέμενε ιδιότητα αν εναλλασσόταν συνεχώς περνώντας κάθε φορά σε άλλο πρόσωπο;

Γι’ αυτό ο Υιός του Θεού είναι που γίνεται Υιός του ανθρώπου, για να παραμείνει ακριβώς η ιδιότητα αμετακίνητη.

Γιατί, όντας Υιός του Θεού, όταν έγινε Υιός του ανθρώπου παίρνοντας σάρκα ανθρώπινη απ’ την αγία Παρθένο, δεν αλλοτριώθηκε από την υιική του ιδιότητα.

Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε.

Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, δηλαδή να είναι, όπως κι ο δημιουργός του, τέλεια ενάρετος, πράγμα κατορθωτό για την ανθρώπινη φύση.

Γιατί οι αρετές, δηλαδή η νηφαλιότητα, η ηρεμία, η ακεραιότητα, η αγαθοσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η ανεξικακία είναι, πρωταρχικά, γνωρίσματα της θείας φύσης.

Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί του (τον δημιούργησε για να μείνει άφθαρτος, τον ανέβασε στην αθανασία με το να τον κρατά κοντά του).

Εμείς, όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσης τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε με την παράβαση της εντολής, και περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με το Θεό. 


Αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού


Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

ΜΒ’. ΣΥ ΓΑΡ ΕΙΠΑΣ ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ... ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΕΛΕΗΜΟΝΕΣ



Κύριε μας δίδαξες πως η οδός, της ουράνιας βασιλείας,
περνά μέσα από τον πλησίον, της αλληλεγγύης και της βοηθείας.

Κύριε μας δίδαξες πως ο άνθρωπος, στην Αγάπη για να οικεί,
πρέπει ζωή φιλανθρωπίας, να επιλέγει και ν’ ασκεί.

Κύριε μας δίδαξες πως για να μας δοθεί, το κλειδί της σωτηρίας,
θα πρέπει να βαδίσουμε το δρόμο, της προσφοράς και της θυσίας.

Μόνο μέσα από την στέρηση και τις καθημερινές σταυρώσεις,
την πόρτα του παράδεισου άνθρωπε, μπορείς να ξεκλειδώσεις.

Στον οίκο του Πατρός και Θεού Χριστού, θα δύναται να εισέλθεις,
και εμπρός του άγιου βήματός Του, με ευλάβεια να προσέλθεις.

Τί ευφορία θα’ ναι τότε και τί επουράνια χαρά,
όταν η δόξα Σου, Θεέ Πατέρα, θα’ ναι για μας αναφορά.

Εν τω Παραδείσω θα υπάρχουν, πολλά επουράνια αγαθά,
μισθός απερίγραπτος γι’ αυτόν, που το Θεό του αγαπά.

Τι απερίγραπτη ευτυχία, κι ο ουρανός θα αγαλιά,
που ο Παντοδύναμος Θεός μας, μαζί μας θα χαμογελά.

Σπεύδω δρομαίως Κύριε μου, στην προσφορά να επιδοθώ,
στη ζωή των πολλών ταλάντων και εγώ ν’ ασκηθώ.

Τρέχω ευθέως να βοηθήσω, κάθε «ζητιάνο» του ελέους,
χωρίς ποτέ να αποζητώ, ανταμοιβή ή κλέος.

Τα λόγια του ιερού Χρυσόστομου, «…όποιος ελεεί δανείζει στο Θεό…»,
αντηχούνε στην καρδιά μου,
και ψάχνω για να βρω, πόσους χωρεί η αγκαλιά μου.

Μα όσο περισσότερο, στον πλησίον μου προσφέρω,
πιο πολύ δοκιμάζομαι και πιο πολύ υποφέρω.

Κι όταν αγάπης γίνεται, ο πλησίον μου αποδέκτης,
με γκρίνια ευθύς μου φέρεται, σαν να ‘μουν οφειλέτης.

Και όσους πασχίζω γύρω μου, να εξυπηρετήσω,
με διαβάλλουν την στιγμή, που πάω να βοηθήσω.

Πώς γίνεται Θεέ μου αυτό; να τρέχω να προσφέρω,
και να’ μαι διωκόμενος, για το δικό τους το συμφέρον;

Πως γίνεται να εργάζομαι, για να τα καταφέρουν,
κι αυτοί να δυσκολεύονται, να δείξουν ότι χαίρουν;  

Θλίβομαι, απογοητεύομαι, και μέσα μου πονάω,
που η αγάπη μου απορρίπτεται, με κάνει να λυγάω.

Μέσα από την θλίψη μου και  μεσ’ τον οδυρμό μου,
τα λόγια του απόστολου, ξυπνούν στο λογισμό μου.

«…Η αγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς…»
μέσα από τη θυσία, θα γίνεις του Κυρίου αθλητής.

Μέσα από τον εμπτυσμό, πρέπει να παραμείνω ελεήμων,
και όπως ο Κύριος και Θεός μου, να γίνω οικτίρμων.

Όσο ο καιρός παρέρχεται, κι ο αγώνας δυσκολεύει,
ο ζήλος δεν κατέρχεται, η καρδιά μου αναθαρρεύει.

Πρέπει η καρδιά να’ ναι ζεστή μ’ Αγάπη πυρωμένη,
ποτέ μην είναι χλιαρή, ποτέ παραδομένη.

Πρέπει να μείνω πιστός και κραταιός, στον εν Χριστώ αγώνα,
μέχρι η ψυχή αμόλυντη Χριστέ να σου δοθεί, του σύμπαντος κορώνα.

Πρέπει μέχρι τέλους να υπομείνω, και ν’ αγωνισθώ,
ώστε την ψυχή μου να λαμπρύνω και να δοξασθώ.

Ανάβλεπε λοιπόν ψυχή μου, γιατί η αγάπη «ουκ ασχημονεί»
δεν παροξύνεται, αλλά συνεχώς δοξάζει και με χαρά διακονεί.

Το ξέρω Κύριε, δύσκολη η ζωή της διακονίας,
κι επαίτης είμαι της γλυκιάς, σεμνής Σου ευμενείας.

Συ γαρ είπας Κύριέ μου «…μακάριοι οἱ ἐλεήμονες….»,
διδάσκοντάς πως στην εφήμερη ζωή, πρέπει να γίνουμε ακτήμονες.

Συ γαρ είπας Κύριέ μου «…οι έσχατοι έσονται πρώτοι….»,
γι’ αυτό θα διακονούμε όπως Εσύ έπραξες, Χριστέ μου Δωροδότη.

Διδάσκουν οι Πατέρες μας, πως η ανάπαυση βρίσκεται στην κόπωση,
κι αυτός που «εν κόποις» τον Ιησού ακολουθεί, θα ‘χει την επουράνια ανταπόδοση.

Τρέχω λοιπόν ξανά και διακονώ, κτίζω στην Αγάπη,
στο δρόμο αυτό που διάλεξα φρονώ, πως το κακό ετράπη.


                                                                   

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

13. ΙΑ’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ – ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκά. (14, 16 – 24)

«…Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· 17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. 18 καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 19 καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 20 καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. 21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. 22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. 23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου. 24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί…».

ΑΝΑΛΥΣΗ

Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Κύριος, αναγγέλλει την ετοιμασία ενός Δείπνου στο οποίο κληθέντες είναι οι πάντες, ολόκληρη η Οικουμένη. Είναι μια πράξη αγάπης του Θεού, που θέλει «…τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν…». Ιω. Α΄ . (11, 52), να συμμετέχουν όλοι στο ίδιο δείπνο. Δεν επιθυμεί ο Θεός να ζούμε μακριά Του και να τον γνωρίσουμε διανοητικά, αλλά μας θέλει κοντά Του, σε μια σχέση αγάπης, και αμεσότητας γιατί μας θεωρεί οικείους Του, τέκνα «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν».

Μας καλεί να καθίσουμε από κοινού στο ίδιο Τραπέζι, όπως κάθονται τα τέκνα της ιδίας οικογένειας. Όταν η αγάπη γίνει ο σύνδεσμος των ανθρώπων, οι τοπικές αποστάσεις δεν καταργούν την αδελφοποίησή τους.         

1. Ο Χριστός: Το Δείπνο της σωτηρίας


Το Δείπνο αυτό που μας καλεί ο Κύριος είναι πνευματικό και «μυστικό», είναι μυστήριο. Δεν προσεγγίζεται με τις αισθήσεις του σώματος, γι’ αυτό και όσοι προσπαθούν να το δουν με τρόπο αισθητό, το απορρίπτουν. Μόνο με καθαρές τις αισθήσεις της ψυχής, είναι δυνατό να γίνει μια προσέγγιση.

Το Δείπνο αυτό αποβλέπει να ενώσει τους ανθρώπους με το Θεό και μεταξύ τους, είναι δείπνο χαράς πνευματικής, εορτής και πανηγύρεως. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από τη σωτηρία του ανθρώπου. Είναι Δείπνο-Πάσχα, γιατί είναι μετάβαση από το θάνατο της αμαρτίας στην Ζωή.

Ο Χριστός σ’ αυτό το Δείπνο είναι τα πάντα: Είναι εστιάτορας, δειπνοκλητήρας, τράπεζα, τροφή. Είναι ο «…Μόσχος ο άμωμος, ο τυθείς δι' ημάς εκών…» (Μ. Βασίλειος) που θέλησε και θυσιάστηκε για μας και η θέση Του στο Δείπνο είναι θέση διακόνου – ΥΠΗΡΕΤΗ.

Αφού τα ετοίμασε όλα και τα έκανε για μας έτοιμα, μας καλεί τώρα να απολαύσουμε. Η κατάληξη είναι η ενσωμάτωση όλων μας στο Σώμα του Χριστού, μια κοινωνία ανθρώπων που θ’ αγαπούν και θ’ αγαπώνται, θα δοξάζουν διαρκώς το Θεό και αυτό θα είναι ευφροσύνη αιώνιος.    

2. Θεία Λειτουργία


Εικόνα και απαρχή την ενσωμάτωσης όλων σε μια κοινωνία ανθρώπων, σε μια κοινωνία αγάπης, είναι η Θεία Ευχαριστία. Το μυστήριο του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, φανερώνει αυτό που είναι η Εκκλησία, δηλαδή την ένωση Θεού και ανθρώπων.

Χάρη στη θυσία του Χριστού, οι πριν διασκορπισμένοι και χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο άνθρωποι, ανταποκρινόμαστε στο κάλεσμά Του και γινόμαστε «ἕν» Ιωα. (11, 52). Λαός του Θεού, Εκκλησία, Ευχαριστιακό σώμα.

Με την Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, εκτός της ένωσής μας με το Χριστό, ενωνόμαστε και μεταξύ μας. Γινόμαστε αδελφοί «εξ αίματος», το οποίον μας παρέχει ο κοινός Πατέρας. Η εικόνα του Παραδείσου λαμβάνει χώρα στη γη μέσα στην θεία Λειτουργία και τη θεία Ευχαριστία.

Σ’ αυτό το Δείπνο δεν παίρνουμε εμείς το Χριστό, αλλά μας παίρνει ο Χριστός όλους στο Σώμα Του. Μας ενσωματώνει όλους στο Σώμα Του και μας κάνει ένα μαζί Του. Είναι η πραγματοποίηση του «μετά του Χριστού είναι». Ο Χριστός ζει μέσα μας και εμείς ζούμε μέσα στο Χριστό, που είναι ο σκοπός της Ενανθρωπήσεως και όλου του μυστηρίου της θείας Οικονομίας.

3. Οι «κεκλημένοι»



Οι πρώτοι που κλήθηκαν στο Δείπνο από το Χριστό, αρνήθηκαν την πρόσκληση. Έμειναν στην απομόνωση, στη σάρκα και τον κόσμο, τους αγρούς, δηλαδή στα υλικά αγαθά, την πολυκτημοσύνη, τα βόδια, στη φιληδονία, στη φιλοσαρκία, στην καθημερινή εργασία.

Έμειναν μόνο στα ανθρώπινα. Αρνήθηκαν να δώσουν μια θέση στο Θεό μέσα τους.

Αυτές οι προφάσεις εκπροσωπούν τα διάφορα αμαρτωλά πάθη, για τα οποία στραφήκαμε στη φθορά και αρνηθήκαμε τη Βασιλεία του Θεού. Δεν θέλουμε ν’ αφήσουμε τα μικρά για να μας αποδοθούν τα μεγάλα και ουράνια.

Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πως ότι παίρνουμε είτε υλικό είτε πνευματικό, τα παραχωρεί ο ίδιος ο Θεός και οφείλουμε να τα’ αντιπροσφέρουμε σ’ Αυτόν, «…τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν...».

Αν θυσιάσουμε τα κατέχοντα, μας τα προσφέρει πίσω γεμάτη χάρη και ευλογία. Του προσφέρουμε το ψωμί που είναι δικό Του και μας το δίνει πίσω ως τεθεωμένο Σώμα Του, όχι για να συντηρήσουμε τη νυν ζωή που φθείρεται, αλλά για να λάβουμε ζωή άφθαρτη. Όσα «απολέσωμεν» για την αγάπη του Χριστού, τα βρίσκουμε μεταμορφωμένα μέσα στην λειτουργία, όπου η γη γίνεται ουρανός.

Το μόνο που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι η προσέλευσή μας, να γίνεται με καθαρή συνείδηση, και σ’ αυτό συντελεί και το μυστήριο της Εξομολόγησεως, ώστε σιγά σιγά να υπερβούμε την αγάπη στον «παλαιό εαυτό μας», να ταπεινωθούμε, ώστε ν’ ανυψωθούμε και να δυνάμεθα να μετέχουμε στο Δείπνο του Κυρίου, ώστε να γίνουμε μαζί Του, ένα Σώμα και Πνεύμα. Η ζωή Του, ζωή μας, μια διαρκής θεία Λειτουργία.