Gold Cross

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

54. Απόστολος Κυριακής ΙΣΤ, Β' Κορ. (6, 1-10)



Β' Κορ. (6, 1-10)
«…Ἀδελφοί, συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς — λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας — μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες...».


ΑΝΑΛΥΣΗ

Δύο είναι τα σημεία τα οποία τονίζει ο Παύλος στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, είναι:
  1. Η άοκνη φροντίδα που πρέπει να επιδεικνύουν οι κήρυκες του Ευαγγελίου
  2. Ο αγώνας που πρέπει να επιδίδονται καθημερινά για ν’ αποδεικνύουν τους εαυτούς τους γνήσιους εργάτες διακόνους του Θεού.
«...Ἀδελφοί, συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς...». στιχ. 1
Οι απόστολοι αλλά και οι κήρυκες του Ευαγγελίου «συνεργούν» στο έργο της καταλλαγής των ανθρώπων. Με ποιον «συνεργούν»;
Φυσικά με το Θεό! Η χάρη της συμφιλιώσεώς μας με το Θεό αποβαίνει ανώφελος, αν ως χριστιανοί δεν ανταποκριθούμε σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και ο Παύλος στον παρόντα στίχο παρακαλεί τους Κορινθίους «…μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς…», δηλ. να μην αφήνουν τη χάρη του Θεού που εδέχθησαν.
Δεν αρκεί μόνο να πιστέψουμε στο Χριστό, δεν αρκεί μόνο το βάπτισμα, αλλά χρειάζεται και η ανταπόκρισή μας στην κλήση του Θεού. Να ελευθερωθούμε από την έλξη της αμαρτίας και να αγαπήσουμε θερμά το Θεό.
«...λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας…» στιχ. 2
Ο «νυν καιρός» είναι για τον καθένα μας ο παρών χρόνος μέχρι την ώρα του θανάτου μας. Και επειδή η ώρα του θανάτου μας για τον καθένα μας είναι άδηλη, πρέπει να εγρηγορούμε και να μετανοούμε καθημερινά για το πλήθος των αμαρτιών μας, μην έρθει η στερνή ώρα του θανάτου και μας βρει αμετανόητους και ανεξομολόγητους. Κατά τον «νυν καιρόν» η μετάνοια μας είναι ευπρόσδεκτη από το Θεό, μας δέχεται και μας σώζει! Μετά είναι αδύνατο. Επελθών γαρ ο θάνατος εν τούτω κρίσις… και ο άνθρωπος θα πρέπει να λογοδοτήσει για τα πεπραγμένα του «νυν καιρού». Φυσικά η επαναστατούσα ψυχή μετά το θάνατο, δεν θα μπορέσει πάλι να σωθεί γιατί μεταβαίνει σε μια άτρεπτο κατάσταση που δεν ζητά τη συγχώρεσή της. 
«...μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία...». στιχ. 3
Ο απόστολος εδώ συμβουλεύει τους Κορινθίους, να μη δίνουν καμία αφορμή σε κανένα, για να μην κατηγορηθεί η διακονία του κηρύγματος.
Ο Παύλος ζούσε και πολιτευόταν με πολλή σύνεση και μεγάλη προσοχή. Επιδίωξη του ήταν να μην δώσει την παραμικρή αφορμή σκανδάλου, στοιχείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να κατηγορηθεί το κήρυγμά του. Μακάρι να είχαμε όλοι μας, κλήρος και λαϊκοί αυτήν την ευαισθησία του Παύλου.
«…ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις…» στιχ. 4
Οι γνήσιοι διάδοχοι του Θεού δεν είναι μόνο όσοι προσπαθούν να μη σκανδαλίσουν αλλά παραθέτει τις αρετές και τι πρέπει να χαρακτηρίζει τους διακόνους του Θεού.
Η υπομονή που προτάσσει ο απόστολος, αποτελεί κατά τον ιερό Χρυσόστομο «το θεμέλιον των αγαθών». Και δεν είναι να υπομένει κάποιος μια και δύο φορές, αλλά να υπομένει πολλές φορές, μέχρι τέλους, σε όλα τα δεινά που μέλλει να τον βρουν. Οι δοκιμασίες και οι ποικίλες δυσκολίες είναι ο κλήρος των γνήσιων εργατών του Ευαγγελίου.
«…ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ…» στιχ. 5-6
Στους στίχους (5-6) απαριθμούνται διάφορες μερικές αρετές που μαζί με την υπομονή κοσμούν την αποστολική ζωή του.
«...Εν αγνότητι…», εννοεί εδώ την σωφροσύνη, γενικά την πνευματική καθαρότητα.
«...Εν γνώσει…», είναι κατά τον Χρυσόστομο είναι η «παρά Θεού δεδομένη, η όντως γνώσις…», που φωτίζει το νου και καθοδηγεί τον εργάτη του Ευαγγελίου.
«...Εν μακροθυμία…», ο γνήσιος διάκονος χαρακτηρίζεται από καλοσύνη σε όσους τον εχθρεύονται και αντιστρατεύονται το έργο του.
«...Εν Πνεύματι Αγίω…». Όποιος υπηρετεί το έργο του Θεού ζει και αγωνίζεται σε αδιάκοπη κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα ενοικώντας μέσα του, τον ενδυναμώνει, τον γεμίζει με ποικίλα χαρίσματα, ώστε να εκπληρώσει επιτυχώς την αποστολή του.
«...Εν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ…», η αγάπη που να είναι ειλικρινή και γνήσια και όχι αυτή που φαίνεται με εξωτερικά σχήματα αλλά αυτή που επιβεβαιώνουν τα πράγματα.
«…ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν…» στιχ. 7
Ο λόγος των διακόνων του Θεού είναι λόγος που εξαγγέλλει την αλήθεια του Θεού. Ότι πραγματοποιεί και επιτυγχάνει ο κήρυκας είναι ένεκα της δυνάμεως του Θεού. Χωρίς τη δύναμη του Θεού δεν μπορεί να επιτύχει τίποτα, Ιωα. (15, 5)[1].
Η αναφορά που κάνει εδώ ο απόστολος στα όπλα της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών, εμπνέεται από τον εξοπλισμό των στρατιωτών. Οι στρατιώτες της τότε εποχής οπλίζονταν με επιθετικά και αμυντικά όπλα τα οποία μεν επιθετικά (δόρυ, ξίφος) τα έφεραν εις τα δεξιά τους, τα δε αμυντικά (ασπίδα), την έφεραν στα αριστερά τους. Κάνει αυτή την αναφορά ο απόστολος για να μας τονίσει όπως αναφέραμε και στον 45. Απόστολο της Κυριακής ΚΖ’ επιστολών Εφεσ. (6, 10-17) να ενδυθούμε την πνευματική πανοπλία του Θεού, ώστε να είμαστε ικανοί να πολεμήσουμε χάριν της δικαιοσύνης.
«…διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς…» στιχ. 8
Από τους ανθρώπους τον απόστολο άλλοι τον δοξάζουν και άλλοι τον ατιμάζουν και τον περιφρονούν κατά πρόσωπο. Οι εργάτες του Ευαγγελίου είναι φυσικό από άλλους να τιμώνται και από άλλους να περιφρονούνται, άλλοι να τους επαινούν και άλλοι να τους διαβάλλουν.
«…ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι…» στιχ. 9
Πολλοί από τους αποστόλους αγνοούσαν τους αποστόλους, δεν τους γνώριζαν, ή ακόμα αν θέλετε, δεν ήθελαν να τους ξέρουν. Συχνά ήταν τόσο σφοδρός ο πόλεμος, εναντίων των αποστόλων, ώστε να μοιάζουν καταδικασμένοι εις θάνατο. Ο Θεός επέτρεπε να δοκιμάζονται οι απόστολοι, γιατί οι δοκιμασίες είχαν παιδαγωγικό χαρακτήρα, και δεν σήμαινε ότι ο Θεός τους εγκατέλειψε, «…παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με...».
«…ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες…» στιχ. 10
Οι εντάσεις και οι ποικίλοι πειρασμοί ήταν λογικό να προκαλούσαν λύπη και στους αποστόλους. Αλλά τουναντίον, οι απόστολοι χαίρονται πάντοτε. Τις ώρες των μεγαλύτερων δοκιμασιών , η χαρά του Κυρίου γέμιζε τις καρδιές τους και επί τούτου το αναφέρει και ο απ. Παύλος στην επιστολή του προς Κολοσσαείς (1, 24) «…νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου…», γιατί πίστευε πως «…οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς…» Ρωμ. (8, 18).
Οι απόστολοι λόγω της ακτημοσύνης τους δεν είχαν τίποτα δικό τους, ώστόσο μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους όλα όσα ανήκαν στους πιστούς, γιατί αν κάποιοι τους δέχονταν σαν αγγέλους, σαν «ανθρώπους του Θεού» πως ήταν δυνατό την στιγμή που ήσαν έτοιμοι να ομολογήσουν για την αποδοχή του κηρύγματός τους, να μην τους διακονούσαν με τη σειρά τους, παρέχοντας τους υλικά αγαθά;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Είμαστε συνεργάτες του Θεού. Πρωτίστως οι κήρυκες του Ευαγγελίου, οι ποιμένες της Εκκλησίας, με το χάρισμα της ιερωσύνης που έλαβαν. Συνεργάτες του Θεού είναι όμως και οι λαϊκοί. Όλοι είμαστε ισότιμα μέλη της Εκκλησίας και με το βάπτισμα που λαμβάνουμε, αποκτούμε ιερά δικαιώματα, επωμιζόμαστε υψηλές ευθύνες. Δεχθήκαμε τη Χάρη του Θεού, οφείλουμε στη συνέχεια ν’ αποδείξουμε πως δεν τη λάβαμε «εις κενόν», δηλ. άσκοπα και ανώφελα, αλλ’ ότι παραμένει μέσα μας και αποδίδει καρπούς.
Ο Θεός προσφέρει τη Χάρη Του, αλλά ζητά καρδιές δεκτικές. Εκείνος έρχεται αλλά εμείς πρέπει να του ανοίξουμε να εισέλθει και να ενοικήσει μέσα μας. Σέβεται την ελευθερία που μας δώρισε γι’ αυτό μας καλεί να γίνουμε συνεργάτες Του. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει, δεν παραβιάζει την ελευθερία μας έστω και αν πρόκειται για την ιερότατη περίπτωση της σωτηρίας μας. 
Συνεργάτες Του γινόμεθα όταν ακτινοβολεί η πίστη μας σ’ Αυτόν μέσα από την καθημερινότητά μας, στη δουλειά μας, στα λόγια μας, στις πράξεις μας, στις ενέργειές μας, στην υπομονή που επιδίδουμε, στην ανεκτικότητά μας να δεχόμαστε το άδικο, στις κοινωνικές μας συναναστροφές, στον εκκλησιασμό μας, στην προσέλευση και κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων. Πρέπει να μας εμπνέει η εν Χριστώ αδελφική αγάπη και το πνεύμα συνεργασίας. Η αγάπη ανάμεσά μας καταδεικνύει ότι είμαστε αδελφοί και μέλη του ίδιου σώματος, μέλη μιας οικογένειας, παιδιά του ουράνιου Πατρός. Ας ενδυθούμε την πνευματική μας πανοπλία και ας εργαστούμε μέσα σε κλίμα ενότητας και αδελφικής αγάπης, διαποτισμένοι και οδηγούμε από τον Παράκλητο, μέχρι το τέλος της ζωής μας. Αμήν.





[1] “…χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν…» Ιωα. (15, 5)