Gold Cross

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΛΘ'. ΕΓΩ ΝΑ ΜΑΡΤΥΡΩ ΚΑΙ ΕΣΥ ΝΑ Μ' ΑΓΑΠΑΣ


Κύριε σ’ αυτήν την εποχή που μας έλαχε να ζούμε,
πόλεμοι, διχόνοιες, κακά, πρέπει να επωμιστούμε.

Ο κόσμος παραδίδεται στο μνησίκακό εχθρό,
και εμείς πρέπει να βαστάξουμε κρατώντας το σταυρό.

Πως δύναται Θεέ μου, η «Αγάπη» να πολεμείται,
η πιο πολύτιμη αρετή, και εντούτοις ν’ απεμπολείται;

Πως γίνεται  η Αγάπη που καθορίζει τη ζωή,
να εκδιώκεται, να εκβάλλεται, να παραμένει περιττή;

Κύριε στον κόσμο όσοι αγαπούν, το Γολγοθά διαβαίνουν,
τον σταυρό Σου αγάπησαν, και γι’ αυτόν αργοπεθαίνουν.

«…Όποιος απολέση την ψυχήν για Με…» θα ζει αιώνια,
αυτό έχουν κατά νου και σβήνει η ψυχοπόνια.

Τα προδρομικά χρόνια του αντίχριστου, πια ζούμε,
και την μεγάλη απόφαση πρέπει να σκεφτούμε,

Βασιλιάς εν τω κόσμω, και στη γη νεκρός,
ή «ΜΕΓΑΣ» στον ουρανό και στη γη θεός;

Ζωή στον «κόλπο Αβραάμ», μετά συνοδεία αγγέλων,
ή στον Άδη κατερχόμενος, μετά πυρακτωμένων βέλων;

Κύριε, χωρίς την αγάπη Σου, δεν μπορώ μόνος να παλέψω,
να βαδίσω «…εκ δυνάμεως εις δύναμιν…» και στο τέλος να διαπρέψω.

Πως μπορώ Πατέρα ν’ αγωνισθώ και στο τέλος να μη λυγίσω,
να εργασθώ εις Δόξα Σου και στο τέλος να Σε υμνήσω;

Στείλε Θεέ μου την αγάπη Σου, σαν πέπλο προστασίας,
να κρατήσει το δούλο Σου ζεστό, να τύχω της θυσίας.

Να μείνω στην πίστη κραταιός, υψωμένος και περίτρανα δοσμένος,
να μην με διαβάλλει πια ο εχθρός που παραμονεύει λυσσασμένος.

Όλες οι ορδές τότε του εχθρού, θα κτυπάνε με μανία,
αλλά όσοι μείνουν «…εν τω Θεώ…», θα νικούν την τυραννία.

Πολλοί «…ἀλλότριοι…» θα επαναστατήσουν κατά των δούλων του Θεού,
αλλά όλη τους η δύναμη θα ‘ναι σαν της αράχνης του ιστού.

Αξίωσε με Δέσποτα, το Σταυρό μου να σηκώσω,
στο «…καθ’ ομοίωσιν…» να εργασθώ και να στο ανταποδώσω.

Χωρίς την Αγάπη Σου, δεν μπορώ να μαρτυρήσω,
πάει χάνεται το Φως, δεν θέλω πια να ζήσω.

Πριν «…απώλλυμεν, σώσον με…», γλυκύτατε Θεέ μου,
γιατί ειν’ το παιδί Σου αδύνατο, μόνε Πολυέλεέ μου.

Την ώρα του πόνου μου Χριστέ, θέλω να δω τη μορφή Σου,
ν’ αναθαρρύνει η καρδία μου, στο χάδι της αφής Σου.

Πάει απέρχεται ο πόνος, όταν στην καρδιά μου κατοικείς,
ανατείλεις «…το φως το της γνώσεως…», που τη ζωή μου οδηγείς.

Πλέον Κύριε δεν φοβάμαι, γιατί όσους «…εάν φιλείς…»[1],
τους «…ελέγχεις και παιδεύεις…» και εις προκοπή τους γαλουχείς.

Δεν κάνω Θεέ μου πίσω, γιατί μέσα μου πια ξέρω,
πως για να σωθώ, πρέπει θυσία να γινώ και ας υποφέρω.

Εσένα έχουμε οδηγό, Εσένα παραστάτη,
και ότι κακό και αν μας συμβεί, Εσένα έχουμε προστάτη.

Και στην ζωή την άδικη θα ριχτώ για να παλέψω,
γιατί έχω μέσα μου Θεό και δεν θα ξεθαρρέψω.

Κύριε Εσύ αγάπα με, και ας τρέπω στην αμαρτία,
γιατί το παιδί Σου είναι έτοιμο, ν’ απονέμει τη θυσία.






[1] Αποκάλυψη 3-19 «…ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον…»

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Μ'. ΠΑΛΙΝ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ



Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει
η ζωή μου τεθλιμμένη.

Πάει απέρχεται ο χρόνος,
και δεν φεύγει πια ο πόνος.

Θέλω από κάπου να πιαστώ,
να μπορώ ν’ αγωνιστώ.

Στους ανθρώπους ενδελεχώς,
δεν μπορώ να στηριχθώ, δυστυχώς.

«…Απολώμαμεν, παρανηλώμεθα…»[1] 
εν τω Θεώ μόνο σωζόμεθα.

Την άγια πίστη πρέπει να φυλάξουμε,
και τον εχθρό μας να πατάξουμε.

Ζούμε στη λάσπη σαν τους χοίρους,
και ο διάβολος μας έχει ομήρους.

Σκύβω θλίβομαι πονάω,
το Θεό μου αποζητάω.

Μα όσο το Θεό ζητάω,
τόσο μέσα μου σκιρτάω.

Οι δοκιμασίες αμέτρητες βουνίσιες,
και για τον άνθρωπο, οδύσσειες.

Που είσαι Χριστέ μου ν’ απαλύνεις,
κάθε μου πόνο που αφήνεις;

Πού είσαι Πατέρα μου να χαθώ,
στην αγκαλιά Σου που ποθώ;

Που είσαι Θεέ μου να σου πω,
πόσο πολύ σε αγαπώ;

Σηκώνω το βλέμμα στον ουρανό,
και με θλίψη αναφωνώ:

«…Κύριε κοίταξε τα παιδιά Σου επί γης,
ρίξε το πέπλο της απέραντης Σου της στοργής…

…Μέσα στις φουρτούνες της ζωής,
θέλουμε Εσύ να οδηγείς!...

…Στο πλοίο της Αγάπης Σου,
θέλουμε Εσύ να πλοηγείς…».

Χριστούγεννα έρχονται και πάλι,
κι η ζωή μέσα  στην κραιπάλη.


 Τη γέννησή Σου αναβιώνω,
και την ελπίδα αναπτερώνω.

Εσύ ο Πανάγαθος Θεός,
τον Υιό Σου στέλνεις ολοταχώς.

Να μας σηκώσει απ’ το χώμα,
να μας βγάλει απ’ τη βρώμα.

Ν’ ανατείλει το Φως τ’ αληθινό,
να καταργήσει, καθετί το σκοτεινό.

Πως Θεέ μου να σε υποδεχθώ,
όταν στο θέλημά Σου απειθώ;

Πως Θεέ μου να Σε αντικρίσω,
και δύναμη από Σε να αντλήσω;

Τι δώρο πρέπει να Σου κάνω,
και της εύνοιάς  Σου αθώα να τυγχάνω;

Μέσα στο άπειρο έλεος της σκέπης Σου,
ξάφνου με τυλίγει, η θέρμη της αγάπης Σου.

Και όπως κάθομαι και αναπολώ,
 φωνή  συνείδησης, με κράζει τον αμαρτωλό.

«…Ο Θεός των θεών μέσα σου για να οικεί,
ένα μονάχα από εσένα ζητεί…

…Φάτνη  και συ την καρδιά σου να κάνεις,
και  όλος μέσα σου θα ευφράνεις…

…Πάλεψε άφοβα στις δοκιμασίες,
Γιατί ο Χριστός της Αγάπης θα σου δίνει οδηγίες…

…Τον Ιησού Χριστό σου και Θεό να μιμηθείς,
αν επιθυμείς και εσύ ν’ αναστηθείς…

…Έρχεται να σώσει τον κάθε ξεπεσμένο,
και από τις δοκιμασίες πληγωμένο…».

Χριστούγεννα φως ανατέλλει και πάλι,
μεσ’ τις καρδιές μας  γιορτή’ ναι  μεγάλη.

Έρχεται στον κόσμο μας λαμπρός,
ο Κύριος μας και Θεός, ο γλυκύτατος Χριστός.

Έρχεται και πάλι τις ψυχές να λευκάνει,
και τις παγωμένες καρδιές να ζεστάνει. 

Εμπρός τρέξτε όλοι να  υποδεχθούμε,
Αυτόν που γεννιέται και που λαχταρούμε.

Τίκτει η Υπέραγνος βρέφος, το Θεό που προσκυνώ,
γονυπετής ο δούλος εγώ προσμένω και δοξολογώ.


Το άστρο της Βηθλεέμ πρέπει να βρούμε,
με χαρά και πίστη, να το ακολουθούμε.

Μα να το Άστρο Σου Κύριε που μ΄ οδηγεί,
μέσα στην καρδιά μου καταλήγει.

Εκεί πάντα και παντού μπορώ να Σε συναντήσω,
 εκεί θα βρω θάρρος για να Σου μιλήσω.

Τρέχω την καρδιά μου να ετοιμάσω,
ώστε τον Χριστό μου να μη χάσω.

Καρδιά μου βάλε «άχυρα»[2] πολλά ,
το Βρέφος να’ ναι άνετο και να μου χαμογελά.

Φτωχά βάλε ρούχα, σεμνά  και απλά,
η δόξα Του βρέφους να μου αντανακλά.

Από ταπείνωση, ενανθρωπήθηκε ο Θεός,
από την ταπείνωσή Του, η γη έγινε ουρανός.

Η κατάβασίς Σου Θεέ μου στη γη,
χάρισε σ’ όλους την αιώνια Ζωή.

Η γη από ζούγκλα και τόπος εξορίας,
έγινε η απαρχή της αιώνιας παραμυθίας. 

Και έτσι λοιπόν γιορτάζουμε, στην έλευση του χρόνου,
την γέννησή Σου Κύριε και τέλος κάθε πόνου.

Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία







[1] Χαθήκαμε, εξαφανισθήκαμε Αριθμ. (17, 27)
[2] Άχυρα = τη ντύνω με ταπείνωση

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

10. ΙΓ’΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκά. (18, 18 – 27)

«…Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 19 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. 20 τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. 21 ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. 22 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 23 ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. 24 ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ  Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! 25 εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 26 εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; 27 ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν…».

ΑΝΑΛΥΣΗ


Το σημερινό Ευαγγέλιο αναφέρεται στη γνωστή περίπτωση του πλούσιου Νεανίσκου «…πλούσιος σφόδρα…» (στιχ.23) που πλησίασε το Χριστό μας, με ενδιαφέροντα, μπορούμε να πούμε διαφορετικά από τους πολλούς.

Οι πλείστοι πλησίαζαν το Χριστό μας ζητώντας ίαση σώματος και απαλλαγή από κάθε φύσις δοκιμασία. Ο νεανίσκος ζητούσε κάτι βαθύτερο, ζητούσε κάτι πνευματικό και αιώνιο. Ήθελε να γίνει «κοινωνός θείας φύσεως», να ζει εν τω Θεώ, να γίνει κατά χάριν θεός.

Ο προσανατολισμός όπως τότε έτσι και σήμερα, είναι μια έκπληξη για τους πολλούς, όπως είναι και σήμερα. Χαρακτηριστικό είναι ένα προσωπικό μου βίωμα. Όταν ένα παιδί άκουσε κάποιον να ψάλλει εκτός εκκλησίας, στο παιδί αυτό του προκάλεσε έκπληξη. Ήταν κάτι γι’ αυτό ασυνήθιστο. Μπορεί να του άρεσε η ψαλμωδία αλλά δεν έπαυε γι’ αυτόν να είναι έκπληξη. Απ’ αυτό τι διαφαίνεται;

Διαφαίνεται ότι τα παιδιά που είναι ο καθρέφτης της σημερινή κοινωνίας, η υμνωδία, η δοξολογία είναι κάτι που τους προκαλεί έκπληξη. Είναι κάτι που δεν το έχουν για βίωμα. Και με την πάροδο του χρόνου αυτό ατονεί και θ’ ατονεί περισσότερο, γιατί επιλέξαμε να ζούμε άνευ Χριστού, και ότι θα έχει μετά να κάνει με τη σωτηρία μας, θα το θεωρούμε αδιάφορο.

Τα όνειρα, οι φιλοδοξίες του κάθε ανθρώπου, δυστυχώς για τους πλείστους, βάζουν σε δεύτερη μοίρα την αναζήτηση του Θεού και την τήρηση των αγίων εντολών Του. Ο Σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να αγωνισθεί για πράγματα μη ορατά, αβέβαια και ανύπαρκτα για τους πολλούς. Και αν στο μυαλό του θεωρήσει ότι υπάρχουν, τότε προγραμματίζει ν’ ασχοληθεί μ’ αυτά λίγο πριν φύγει από τη ζωή, καταντώντας άφρων και ψευδοπροφήτης, που γνωρίζει τη μέρα που θα τον καλέσει ο Κύριος. Αυτός είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, αλλά ας αναλύσουμε το σημερινό Ευαγγέλιο.

1. Η «αιώνιος ζωή»



Ο νεανίσκος στο σημερινό Ευαγγέλιο αποζητά την «αιώνιο ζωή», «…τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω…» (στιχ. 18).

Ποια είναι λοιπόν η «αιώνιος ζωή»; Είναι μήπως το πέρας της φυσικής ζωής και η απαρχή μιας άλλης ζωής; ΟΧΙ!

Είναι ο ίδιος ο Χριστός και η ένωσή μαζί Του. Όταν ο πιστός γίνει κατοικητήριο του Θεού, τότε φέρει μέσα του την «αιώνιον ζωή». «…Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος…» μαρτυρεί με την εμπειρία του ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

Ο άγιος Ισαάκ μας διδάσκει πως η αθάνατος ζωή είναι η «αίσθησις εν Θεώ». Είναι το «υπέρ αίσθησιν» που βιώνει μέσα του ο άνθρωπος. Αυτός που θα απολαύσει την εμπειρία της θείας γνώσεως θα νοιώσει μια τέτοια γλυκύτητα, που δεν υπάρχει παρόμοια στον κόσμο.
Αυτήν την γλυκύτητα την έζησαν και ζουν όλοι οι άγιοι και βρίσκει την πληρότητά της στους ουρανούς.

2. Η τήρηση των αγίων εντολών


Εν συνεχεία του ερωτήματος του νέου «…τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω…» (στιχ. 18) ο Χριστός μας ο «…ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς …» του λέει «…τὰς ἐντολὰς οἶδας…» δηλ. γνωρίζεις τις εντολές του Θεού. Δεν τον ερωτά, αλλά του λέει τα πράγματα πως έχουν, αφού γνωρίζεις.

Τώρα αν η τήρηση των άγιων εντολών του Θεού, ήταν τυπική και εξωτερική, όπως διαφαίνεται ναι, ήταν τυπική, γιατί ΔΕΝ συμμετείχε η ψυχή του. Ήταν απασχολημένος συνεχώς με τα κτήματά του, χωρίς να στρέφει στο Θεό τους οφθαλμούς της ψυχής του. Δεν ποθούσε το Θεό όπως ποθούσε τα χρήματα και όσο τα πλήθαινε, τόσο περισσότερο υπερίσχυε κάθε άλλου πόθου.

«…Μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου…».

Στην προσφώνηση ξανά των εντολών, ο Χριστός μας, καθοδηγεί το νέο στην τήρηση του θελήματος του Θεού, γιατί η τήρηση των εντολών σημαίνει θυσία των δικών μας επιθυμιών, που εναπόκεινται στο «…φρόνημα της σαρκός…» και ν’ αποδεχθούμε αυτό που εντέλλεται ο Θεός. Η θυσία του δικού μας θελήματος είναι μια γεύση θανάτου, είναι μια άσκηση, ένας κόπος, ώστε να κατευθύνει το νέο και γενικότερα τον κάθε άνθρωπο να πάρει μια γεύση της «αιώνιου ζωής».

Όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες οι εντολές του Θεού δεν είναι νεκρές προσταγές, αλλά μέσα σ’ αυτές υπάρχει «…μυστικώς…» ο ίδιος ο Θεός. Και όποιος αγωνίζεται να δεχθεί και να εφαρμόσει τις άγιες εντολές Του, δέχεται τον ίδιο το Θεό, που είναι ζωή αιώνιος.

3. Η οδός της τελειότητας


Ο νέος αφού ισχυρίζεται πως τήρησε όλες τις εντολές «…ἐκ νεότητός…» του, (στιχ. 21), ζητά από το Χριστό να του υποδείξει αν υπάρχει κάποιο κενό, κάποια παράληψη στην οποία δεν επέπεσε στην αντίληψή του και πρέπει να προσέξει. 


Πριν όμως της τέλειας παράδοσης στο Χριστό και υιοθέτηση της δικής Του σταυροαναστάσιμης πορείας, ο Χριστός μας πριν απευθύνει στο νέο το «…ἀκολούθει μοι…», την ύψιστη θυσία, τον παραγγέλλει «…πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς…» (στιχ. 22).

Ο Κύριος υποδεικνύει στο νέο την οδό των τέλειων. Το δρόμο του σταυρού και της θυσίας, την οδό της υπέρβασης, που και ο Ίδιος ακολούθησε. Όπως και ο Ίδιος νέκρωσε κάθε το τι ανθρώπινο και παραδόθηκε  στον Θεό Πατέρα Του, που αυτή η παράδοση ήταν «ζωή αιώνιος», δηλ. νίκη πάνω στο θάνατο, κατά τον ίδιο τρόπο και αυτός έπρεπε να παραδοθεί «άνευ όρων» στο Χριστό, στην ενυπόστατη αιώνια ζωή. 

Για να μπορούμε να φθάσουμε σ’ αυτή τη θυσία, πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε μικρότερες θυσίες. Για να καρπωθούμε ολόκληρου του θησαυρού, πρέπει και η θυσία να είναι πλήρης και τέλεια. Γι’ αυτό και ο Χριστός μιλά απόλυτα: «…πάντα ὅσα ἔχεις…», ΟΧΙ ΜΕΡΙΚΑ.

Αυτά που αποτελούν για μας επίγειους θησαυρούς, γήινες προσκολλήσεις πρέπει να πωληθούν, να απαλειφθούν. Η εν τω κόσμω σταύρωση είναι πρόξενος αιώνιας ζωής. Η τελειότητα περνά μέσα από τη θυσία και τον καθημερινό θάνατο.

Πώς μπορεί κάποιος να γίνει άξιος της μεγάλης θυσίας του μαρτυρικού θανάτου, αν δεν είναι πρόθυμος για τη μικρότερη θυσία των κτημάτων και των χρημάτων; Η απαλλαγή απ’ αυτά είναι η δυνατότητα ν’ ακολουθεί κανείς το Χριστό.

4. Η άρνηση του νέου




Ο νέος αρνήθηκε ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Χριστού γιατί του φάνηκαν βαριά, τον λύπησαν αυτά που του είπε ο Κύριος, «…δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο…» (στιχ. 23). 

Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει πως όταν κανείς έχει πολλά «…ο έρως των χρημάτων γίνεται τυραννικώτερος…». 

Ο άνθρωπος της Βασιλείας του Θεού δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι διχασμένος. Δεν μπορεί να αντλεί ζωή από δύο πηγές, από τη σχέση με το Θεό που είναι αιωνιότητα και συγχρόνως ν΄ αναμένει ζωή από την προσκόλληση στον υλικό κόσμο.

Ο νέος εγκατάλειψε το Χριστό γιατί υπερίσχυσε ο κόσμος. Αλλά με αυτή του την απόφαση, απώλεσε την αιώνιο ζωή και οδήγησε τη ψυχή του στο θάνατο. Εγκατάλειψε την πραγματική πηγή Ζωής. Νέκρωσε και την αγάπη του προς τους πτωχούς, γιατί δε μπόρεσε να υπερβεί τη φιλαυτία του.

4. ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Για να ξεκινήσει ο άνθρωπος να τηρεί τις θείες εντολές, πρέπει να ζει και να εργάζεται κατά θείο τρόπο. Η έξοδος από τη κατά σάρκα ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας, γι’ αυτό συνιστάται εγρήγορση και επαγρύπνηση.

Οι μοναχοί υμνούν και δοξολογούν το Θεό συνεχώς, για να βρίσκονται αεί σε μια σχέση αγάπης και κοινωνίας μαζί Του. Για να είμαστε σε συνεχή αναζήτηση του Θεού, απαιτείται προετοιμασία που ξεκινά με μικρές θυσίες (χρημάτων, χρόνου, ανέσεων, πραγμάτων), ώστε σιγά σιγά ο άνθρωπος ν΄ ανυψώνεται από τα κοσμικά και τα επίγεια και να υπερυψούται στα νοητά και επουράνια.


Πρέπει να δώσουμε επίγεια για να πάρουμε ουράνια. Γι’ αυτό θα κλείσω με τη ευχή του αββά Ισαάκ «…Κύριε πλήρωσον την καρδίαν μου ζωής αιωνίου…». Αμήν.


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

9. Θ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκά. (12, 16 – 21)


«…Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 17 καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; 18 καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, 19 καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 20 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 21 οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.…»

ΑΝΑΛΥΣΗ


Αυτήν την Κυριακή έχουμε την παραβολή του άφρονος πλουσίου. Ο πλούσιος στην παραβολή έπεσε στο πάθος της φιλοκτημοσύνης και έγινε πλεονέκτης, αληθινός ειδωλολάτρης, που αντί το Θεό λάτρευε τον υλικό πλούτο, κάτι που μπορεί να συμβεί στον καθένα από μας.

Το πάθος της πλεονεξίας, δηλ. της κατοχής υλικών αγαθών πέραν των όσων έχουμε ανάγκη, δημιουργεί και ελλοχεύει κινδύνους για τη σωτηρία μας.

Ενώ ο πλούσιος προγραμμάτιζε «…εἰς ἔτη πολλά…», έχοντας πάντα ως μέτρο τον πλούτο του, το πρωί ο θάνατος τερμάτισε τη ζωή του. Αλλά πριν ο ίδιος, είχε τερματίσει ο ίδιος τη ζωή του (πνευματικός χωρισμός), παραδίδοντάς την ψυχή του εις θάνατο, ζώντας την κόλαση του χωρισμού από το Θεό και από όλους τους ανθρώπους.

Ο Χριστός τον αποκαλεί «…ἄφρον…» γιατί όλη η αποτυχία στη ζωή του οφειλόταν στην αφροσύνη του. Ας δούμε όμως τα λάθη του πλουσίου για ν’ αποφύγουμε και να εργασθούμε ώστε να γίνουμε πλούσιοι εις Θεόν.

1. Η ζωή του πλουσίου


Η βασική αμαρτία του πλουσίου ήταν ότι ζούσε χωρίς Θεό, απορρίπτοντας τις άγιες εντολές του Θεού, που η τήρησή τους είναι η ίδια η αιώνια Ζωή. Ζούσε υπηρετώντας και γαλουχώντας τις ανάγκες της σαρκικής φύσεως Του, που μετουσιώθηκαν σε πάθη.

Η τροφή του ήταν υλική και όχι πνευματική. Συντηρούσε μόνο την σάρκα του και όχι τη ψυχή του. Οδηγούσε την «πανάκριβη»  ψυχή του εις την απώλεια και στο θάνατο, γιατί τη στερούσε από την «πνοή της ζωής», τη ζωή της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που ζωοποιεί τα πάντα.

Η καθημερινή ζωή χωρίς Θεό, ήταν η μεγάλη δυστυχία του. Επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό, ο πλούσιος αντικατέστησε το Θεό με τον πλούτο. Έκανε δηλ. τον πλούτο τον δικό του «θεό». Η δίψα της ψυχής του για το Θεό, την μετέτρεψε σε δίψα για τον πλούτο. Απ’ αυτόν το «θεό» εξαρτούσε τη μακροημέρευσή του, την ευτυχία του.

Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει ειδωλολάτρης, αφού λάτρευε τον πλούτο. Ο ίδιος ο απόστολος των εθνών Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του (Κολ. 3, 5) «…νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία…» κατατάσσει την πλεονεξία (την οποία χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρία) στο ίδιο επίπεδο με την πορνεία και τ’ άλλα ακάθαρτα πάθη.

Ο πλούσιος ήταν πλήρως εξαρτημένος από τη φθαρτή ύλη, πράγμα που τον καθιστούσε πραγματικά πτωχό. Δεν είχε νοήσει ότι ο πραγματικό και άφθαρτος πλούτος πηγάζει από τη σχέση αγάπης που έχει κάποιος με το Θεό. Ο πνευματικός πλούτος είναι αυτός που μας καθιστά άφθαρτους, ασφαλείς, αλώβητους.

Η εξάρτηση του στην ύλη τον καταντά να σκέφτεται πλεονεκτικά, συμφεροντολογικά, χωρίς συμπόνοια για τους γύρω του, αφού οι λογισμοί του και οι σκέψεις του ήταν πώς ν’ αποθηκεύσει όλο και περισσότερα αγαθά, «…οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου…», για να συνεχίσει να ζει τη «χοιρώδη» και γεμάτη πλεονεξία ζωή του. Η μέριμνα του ήταν να φυλάξει και όχι να διαμοιράσει. Ο σκοπός της ζωής του ήταν η αφθονία και όχι η λιτότητα. Στήριζε την μακροζωία του στο να συσσωρεύει πλούτο, αλλά αγνοούσε ότι η μακροζωία του είχε άμεση σχέση με τον πνευματικό πλούτο και όχι τον υλικό.

Αν ενδιαφερόταν για την σωτηρία του το «…εὐφόρησεν ἡ χώρα…», θα το απέδιδε στο Θεό, και θα ανταπέδιδε τις δωρεές αυτές εις δοξολογία στον Δωροδότη Θεό. Ως ένδειξη εναγκαλισμού της αγάπης του Θεού, θα φρόντιζε να σκορπίσει εις ελεημοσύνες, τα αγαθά, κρατώντας μόνο τα απαραίτητα για τη δική του βίωση. Αληθινή είναι η ζωή που κοινωνείται, προσφέρεται, διαμοιράζεται, ως αποτέλεσμα αγάπης.



2. Ο πλούτος ο ισχυρότερος πειρασμός



Οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν πως από τους τρείς πειρασμούς, της γαστριμαργίας, κενοδοξίας και φιλοχρηματίας, ο «…της φιλοχρηματίας εστίν ισχυρότερος…». Γι’ αυτό και ο διάβολος όταν «επείραζον» τον Χριστό μας στην έρημο, χρησιμοποιώντας τους 3 πειρασμούς για να τον υποτάξει, άφησε τη φιλοχρηματία τελευταία, έχοντας την, ως το πιο ισχυρό πειρασμό.

Μόνο ο φωτισμένος της Χάρης του Θεού, μπορεί να υπερβεί τον πειρασμό της προσκόλλησης στον πλούτο και να παραμείνει «άμωμος» και να μην πορευθεί πίσω από τον πλούτο που είναι ειδωλολατρία.

3. Σχεδιασμοί προς θάνατο



Ο πλούσιος πιστεύει πως όσο πιο πολλά έχει, τόσο περισσότερο ευτυχής πιστεύει πως θα γίνει. Γι’ αυτό και σκέφτεται να χαλάσει τις αποθήκες και να κτίσει άλλες μεγαλύτερες για ν’ αποθηκεύσει «…πάντα τὰ γενήματά καὶ τὰ ἀγαθά…» του.

Αυτό που δεν περνάει από το μυαλό του, είναι, πως δύναται ο πλούτος, ένα πράγμα ρευστό, που δεν έχει σταθερότητα, αλλά ρέει από τον ένα στον άλλο, να μπορεί να του εξασφαλίσει τη χαρά και την ευτυχία.

Το «…εὐφραίνου…» του πλουσίου μεταποιείται σε οδύνη. Είναι μια ευφροσύνη στιγμιαία φαινομενική, που προέρχεται από τα πάθη και την υποδούλωση και στη συνέχεια αφανίζεται. Και τότε όλοι οι στόχοι του πλουσίου για ανάπαυση και χαρά «…εἰς ἔτη πολλά…» καταντούν μια χίμαιρα, πλήρης ματαιότητα και αποτυχία.

Ευφροσύνη ΔΕΝ είναι το «…φάγε, πίε, εὐφραίνου…», αλλά το «…ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου…» Λουκ. (22, 30).

Ο άνθρωπος που επιθυμεί αγαθά πέραν της χρήσεως, έχει τη νόσο της πλεονεξίας ή της φιληδονίας ή της κενοδοξίας όπως λένε οι Πατέρες. Ο άνθρωπος όμως που ζει κατά Θεό, θεωρεί πως το πιο μεγάλο αγαθό που κληρονόμησε απ’ όλα τα’ αγαθά του κόσμου, έιναι ότι κλήθηκε με τα’ όνομα του Χριστού, δηλαδή Χριστιανός.[1] Έλαβε την κατά Χάριν υιοθεσία και έγινε τέκνο Θεού. Είναι ο πλούτος της Χάριτος του Θεού, που δίνει πληρότητα στον άνθρωπο.

Ο Κύριος μας είπες πως όποιος ζητεί «…πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ…» Ματθ. (6, 33) δεν θα στερηθεί τα υλικά αγαθά ούτε και στο ελάχιστο.

4. Ας κτίσουμε αποθήκες Χάριτος



Οι αποθήκες που ήθελε να οικοδομήσει ο πλούσιος, ήταν αποθήκες «αδικίας» όπως μας διαμηνύει ο Μέγας Βασίλειος. Και επί αυτού μας λέει «…Αφάνισε κάθε κτίριο που γίνεται φυλακτήριο της πλεονεξίας. Δείξε στον ήλιο το μουχλιασμένο σιτάρι. Βγάλε από τη φυλακή του τον φυλακισμένο πλούτο…». Είναι ο αγώνας νέκρωσης του πάθους, που αρχίζει μέσα μας. Η ψυχή απαλλάσσεται από το πάθος αυτό, όταν κατευθύνεται προς το Θεό.

Όσο ο άνθρωπος ασκείται και αγωνίζεται κατά Θεό, τόσο ο άνθρωπος μέσα του κτίζει αποθήκες που δεν παλιώνουν, αλλά και γεμίζουν με πλούτο πνευματικό, που δεν δύναται να κλαπεί, αλλά και ούτε ν’ αποκοπεί όπως τα σημερινά κουρέματα. Ο πλούτος αυτός, όχι μόνο διαφυλάσσεται αλλά και τοκίζεται, όχι όπως τα επίγεια τραπεζικά  επιτόκια, αλλά τοκίζεται «εκατονταπλάσια» αποδίδοντας πλούτο πέραν από κάθε ανθρώπινης νόησης. 

Ας γίνει κύριο μέλημά μας, πως γνώρισμα των μαθητών του Θεού δεν είναι ο πλούτος των χρημάτων, αλλά ο πλούτος της αγάπης. Αμήν.







[1] Πέτρος Δμασκηνός