Gold Cross

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

34. TΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΡΟ


Τα παιδιά και οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο. Εμείς οι άλλοι είμαστε επαναστάτες.

Ένας νεαρός είπε στον ιερέα:

- Πάτερ, εγώ δεν θα ξαναέλθω στην εκκλησία.

Ο ιερέας τον ρώτησε ποιος είναι ο λόγος.

Ο νεαρός του απάντησε:

- Θεέ μου. Εδώ βλέπω μία γυναίκα που κουτσομπολεύει μίαν άλλη. Ο άλλος δεν διαβάζει καλά και οι χορωδοί μαλώνουν καμιά φορά. Την ώρα της Λειτουργίας κάποιος άλλος ασχολείται με το κινητό του, για να μην πω για την εγωιστική τους συμπεριφορά όταν φεύγουν από τον ναό...

Του λέει ο ιερέας:
- Έχεις δίκιο. Πριν εγκαταλείψεις οριστικά την εκκλησία, κάνε μου σε παρακαλώ μία χάρη.
Πάρε αυτό το ποτήρι και κάνε τον κύκλο του ναού τρεις φορές χωρίς να χύσεις ούτε μία σταγόνα. Μετά μπορείς να φύγεις.

«…Μόνο αυτό;…», είπε ο νεαρός.

Έκανε τους τρεις γύρους όπως ζήτησε ο ιερέας. Αφού τελείωσε είπε:

- Πάτερ, το έκανα.

Ο ιερέας τον ρώτησε:
- Όταν έκανες τον γύρω του ναού, πρόσεξες κάποιο άτομο να κουτσομπολεύει κάποιον;

- Όχι.

- Είδες κάποιον να ασχολείται με το κινητό του;

- Όχι.

- Ξέρεις γιατί; Ήσουν συγκεντρωμένος στο ποτήρι για να μην χύσεις το νερό. Έτσι λοιπόν είναι και στην ζωή μας. Όταν οι καρδιές μας συγκεντρώνονται στον Χριστό, δεν έχουμε χρόνο να κοιτάξουμε τα λάθη των άλλων. Αυτοί που εγκαταλείπουν την εκκλησία εξαιτίας των υποκριτών χριστιανών, με βεβαιότητα δεν μπήκαν σε αυτήν για τον Χριστό.


(Από το Γεροντικόν)

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

52. Απόστολος Κυριακής ΙΕ', Β' προς Κορ. (4, 6 - 15)



Β' προς Κορ. (4, 6 - 15)
«…Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 Ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. 13 Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 Τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ...».


ΑΝΑΛΥΣΗ

Το αποστολικό ανάγνωσμα της ΙΕ’ Κυριακής εξαίρει το ύψος του αποστολικού αξιώματος, αντιπαραθέτοντας αφ’ ενός το μεγαλείο του ιερού λειτουργήματος και αφ’ ετέρου την κοπιώδη ζωή των Αποστόλων, τους κινδύνους που αντιμετώπισαν και τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκαν χάριν της υψηλής αποστολής τους.

«...6 Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ...». στιχ. 6
Άξονας του αποστολικού κηρύγματος υπήρξε το πρόσωπο του Χριστού. «…Εν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ…», ο Θεός «…ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν…». Δηλ. ο Θεός έλαμψε, φώτισε τις καρδιές των αποστόλων εν αντιθέση προς τους «απολλυμένους» και «απίστους» οι οποίοι σκοτίσθησαν από το διάβολο, ώστε  να μην μπορούν να δουν το φως του Ευαγγελίου, που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού.
Ο Χριστός μας είναι το φως του κόσμου Ιωα. (8, 12), είναι το «…φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον…» Ιωα. (1, 9). Μέσω του ενανθρωπήσαντος Χριστού, γνωρίζουμε και τον Θεό Πατέρα, οδηγούμαστε στην αληθή θεογνωσία.
«...Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν…» στιχ. 7
Ο «θησαυρός» αυτός που αναφέρει ο Παύλος, δεν είναι άλλος από τη «γνώση της δόξης του Θεού» που μας αποκαλύφθηκε «εν πρόσωπω Ιησού Χριστού».
 Τον θησαυρό αυτό της αληθούς θεογνωσίας τον έχουμε «…ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν…», δηλ. μέσα στο θνητό χοϊκό μας σώμα.
Η «…ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως…» είναι η μεγαλειώδης εκείνη δύναμη που ενεργούσε δια μέσων των αποστόλων. Στη δύναμη αυτή οφειλόταν η υπερνίκηση των διαφόρων εμποδίων που παρεμβάλλονταν στο έργο των Αποστόλων και η θαυμαστή καρποφορία του κηρύγματός τους. Ο Παύλος προσθέτει εδώ πως η δύναμη αυτή προερχόταν από το Θεό και όχι από εμάς τους ατελείς και αδύναμους ανθρώπους.
«...ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι...». στιχ. 8
Οι απόστολοι θλίβονταν και πιέζονταν σε κάθε τόπο, σε κάθε περίσταση, από διάφορους ανθρώπους, ωστόσο δεν έφθαναν σε αδιέξοδο. Η θλίψη, η στεναχώρια και κάθε μορφής πίεσης που υφίσταντο από εξωτερικές δυσκολίες δεν τους σύντριβε, ήσαν «…ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι...». Δεν τους έκαμψαν οι πειρασμοί και οι δυσκολίες. Και την ώρα του μεγαλύτερου αδιεξόδου, με τη βοήθεια του Θεού έβρισκαν διαφυγή και σωτηρία. 
«…διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλoύμενοι…» στιχ. 9
 Οι απόστολοι ήσαν «…καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλoύμενοι…» δηλ. αυτοί που τους καταδίωκαν, ένεκα της σωματικής αδυναμίας τους να του κατέβαλλαν, να τους έριχναν κάτω, όμως αυτοί δεν χάνονταν, ο Θεός τους ενίσχυε, ώστε να διατηρήσουν το ζήλο και την ανδρεία της ψυχής τους.
Όπως στην ζωή των αποστόλων έτσι και στη ζωή των χριστιανών, οι πειρασμοί και οι διάφοροι κίνδυνοι αποτελούν μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, αλλά η Χάρης του Θεού δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο, παρεμβαίνει με τρόπο θαυμαστό και μας προστατεύει. Η Δύναμη του Θεού που ενοικεί μέσα μας, δεν μας αφήνει να συντριβούμε αλλά μας ενδυναμώνει ώστε να μπορούμε να υπερνικούμε.
«…πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ…» στιχ. 10
Ποια είναι αυτή ακριβώς η «…νέκρωσις του Κυρίου…» που «…εν τω σώματι περιφέροντες…» των αποστόλων;
Όπως πέθανε ο Κύριος Ιησούς, έτσι και οι απόστολοι καθημερινά αντιμετώπιζαν την απειλή του θανάτου που απειλούσε παντού και πάντοτε τη ζωή των αποστόλων. Ο κίνδυνος αυτός, κατά τον Παύλο, αποτελούσε μίμηση και συμμετοχή των αποστόλων στο θάνατο του Χριστού.

«…Ίνα ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ…». Κάτω από τους συνεχείς κινδύνους που καλούνταν ν’ αντιμετωπίσουν καθώς και βρισκόμενοι συνεχώς κάτω από την απειλή του θανάτου, οι απόστολοι υπερνικούσαν με θαυμαστό τρόπο τις δοκιμασίες τους, στοιχείο που φανέρωνε σ’ όλους ότι ο Χριστός εξακολουθούσε να ζει. Μέσα από τη θεία δύναμη που αντλούσαν τα σώματα των αποστόλων, αντιμετώπιζαν συνεχώς το θάνατο και η δύναμη του Κυρίου τα διέσωζε απ’ αυτόν.
Χαρακτηριστικό εδώ είναι και το σχόλιο του ιερού Χρυσοστόμου, που τονίζει, πως αν κάποιος απιστεί στο ότι ο Χριστός απέθανε και αναστήθηκε, βλέποντας τους αποστόλους Του να πεθαίνουν και ν’ ανασταίνουν καθημερινά, ας πιστέψει στην Ανάσταση.
Η αξιοθαύμαστη ζωή και τα κατορθώματα των αποστόλων, συνιστούν αδιάσειστες αποδείξεις της Αναστάσεως του Κυρίου Ιησού και της θεία Αυτού δυνάμεως. 
«…Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν…» στιχ. 11
Οι απόστολοι παρά τους πολλούς κινδύνους που διέτρεχαν, εξακολουθούσαν να ζουν και ν’ αγωνίζονται για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού, παραδίδοντας τον εαυτό τους καθημερινά εις θάνατο. Το κίνητρο αυτής της καθημερινής αυταπάρνησης και ομολογίας είναι η αγάπη του Κυρίου, το «…διὰ Ἰησοῦν…», και το θαυμαστό αποτέλεσμα αυτής της αγάπης, είναι φανέρωση της ζωής του Ιησού «εν τη θνητί σαρκί» των αποστόλων.
«…Ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν…» στιχ. (12)
Η κινδυνώδης ζωή των αποστόλων απέβλεπε στην εξάπλωση του αποστολικού κηρύγματος, υπηρετούσε το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, μέσω του οποίου μπορούσαν όλοι να γνωρίσουν το Θεό και να γίνουν κοινωνοί της θείας ζωής Του. 
Γι’ αυτό εδώ ο απόστολος υπογραμμίζει αντιθετικά, ενώ οι απόστολοι δοκίμαζαν θανατηφόρους κινδύνους κατά την άσκηση του αποστολικού κηρύγματος, οι Κορίνθιοι εκαρπούντο τη ζωή («ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν»).
«…Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν…» στιχ. (13)
Η απειλή του θανάτου και οι διάφοροι κίνδυνοι, αδυνατούν να εμποδίσουν τον Παύλο από του να διαλαλεί αυτά που πιστεύει. Πώς εξηγείται αυτό;
Ο Παύλος διακατείχε μέσα του το «αυτό πνεύμα της πίστεως». «Πνεύμα της πίστεως» είναι το φρόνημα της πίστεως που παρέχει το Άγιο Πνεύμα. Είναι το Πνεύμα που επιχορηγεί ο Θεός σ’ αυτόν που έχει πίστη.
Ο Παύλος εμπνεόμενος από τον προφητάνακτα Δαβίδ, χρησιμοποιεί τον ψαλμό (115, 1) που λέει «…επίστευσα διο ελάλήσα…» και γράφει «…καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν…».
Ο λόγος της πίστεως, η θαρραλέα ομολογία του Ιησού και το κήρυγμα του Ευαγγελίου Του, προϋποθέτει την ύπαρξη ακλόνητης και ζωντανής πίστεως. Αν δεν πιστεύουμε στον Ιησού Χριστό, δεν μπορούμε να μιλούμε γι’ Αυτόν.
«…εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν…» στιχ. (14)
Η ζωντανή πίστη γεννά στη ψυχή του πιστεύοντος την υπομονή μπροστά στις δοκιμασίες και τις θλίψεις και την αφοβία ενώπιον του θανάτου.
Οι χριστιανοί δεν φοβούμαστε τον θάνατο γιατί πιστεύουμε και ελπίζουμε στην ανάσταση. Είμαστε βέβαιοι, ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θ’ αναστήσει και εμάς. Η ανάστασή μας έχει σαν εχέγγυο της και την ανάσταση του Χριστού.
«…Τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ…» στιχ. (15)
«Τα πάντα» είναι αυτά που έγιναν και θα συνεχίσουν να γίνονται χάριν της σωτηρίας των Κορινθίων, όπως είναι ο θάνατος του Χριστού και οι διάφοροι πειρασμοί και κίνδυνοι που αντιμετώπιζε ο Παύλος. Διασώζοντας ο Θεός τον Παύλο, δεν το έκανε χάριν του ιδίου, αλλά για τους ίδιους τους Κορινθίους. Η ευεργεσία Του δεν παρέμενε αποκλειστικά στον ίδιο αλλά επεκτεινόταν και σ’ αυτούς. Έτσι καθώς οι ευεργετούμενοι θα ήταν περισσότεροι, να πλεονάσει και να περισσέψει και η ευχαριστία προς το Θεό για να δοξάζεται τ’ όνομά Του.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή, ο άνθρωπος αναζητεί ένα γνησιότερο χριστιανικό λόγο, μια αυθεντικότερη χριστιανική μαρτυρία.
Τι μπορεί να προσδώσει μεγαλύτερη γνησιότητα στο χριστιανικό λόγο και περισσότερη αυθεντία στη χριστιανική μας μαρτυρία σήμερα;
Η φλόγα και η δύναμη της πίστεως μας απαντά ο Παύλος.
Ο χριστιανικός λόγος είναι καρπός της πίστεως. Χωρίς την προϋπόθεση της ζωντανής πίστεως ούτε μπορεί, μα ούτε και έχει το δικαίωμα να ομιλεί κάποιος για τον Χριστό. Ομιλούμε γι’ Αυτόν στον οποίον πιστέψαμε! Μαρτυρούμε γι’ Αυτόν που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε δια της πίστεως.
Η πίστη στη βαθύτερη της έννοια δεν είναι μια θεωρητική αποδοχή ή μια ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά ο εσωτερικός φωτισμός του ανθρώπου. Η δυνατότητα που χαρίζει ο Θεός στον άνθρωπο να τον γνωρίσει και να τον αγαπήσει.
Την σήμερον, αν υπάρχει κρίση αξιοπιστίας του χριστιανικού λόγου, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι τόσο η εκκλησιαστική μας διδαχή όσο και η μαρτυρία των χριστιανών δεν αποτελούν μαρτυρία ζωντανής πίστεως. Η πίστη μας είναι σαν ιδεολογία και ο λογος μας χωρίς ουσία. Αν επιθυμούμε ο λόγος μας και η μαρτυρία μας ως χριστιανών να επανεύρουν την κλονισμένη αξιοπιστία τους, τότε θα πρέπει να ζωντανέψει η πίστη μας.
Ο «λόγος της μαρτυρίας» μας (Αποκ. 12, 11) να είναι «λόγοι της πίστεως» Α’ Τιμ. (4, 6) και όχι «πλαστοί λόγοι» Β’ Πέτρ. (2, 3).
Η δύναμη του χριστιανικού λόγου είναι ανάλογη με τη δύναμη της πίστεως. Η δύναμη της πίστεως οδηγεί στην αφοσίωση και εξαγγέλλει τον λόγο του Θεού με παρρησία και δύναμη. Αμήν.



Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Ν'. Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ




Τι εστί Κύριε η «ελευθερία του ανθρώπου»,
που η φιλανθρωπία Σου μας χάρισε, εντός του κόσμου τούτου;

Συγχώρα με Κύριε, που δεν δύναμαι να νοήσω,
πως είναι να’ σαι ελεύθερος, γιατί δούλος γεννήθηκα να ζήσω.

Ο άνθρωπος από την ώρα που γεννιέται,
φακελώνεται, καταγράφεται, ελεύθερος να μη λογιέται.

Μεγαλώνουμε, ανδριζόμεθα, σε κάποιο κράτος, κοινωνία,
και εμείς υπόδουλοι γινόμεθα, από την κυβερνώσα εξουσία.

Nόμοι, διατάξεις και διατάγματα, βαραίνουν τη ζωή μας,
και η «επί πτωμάτων» διαβίωση, αμαυρίζει τη ψυχή μας.

Ναι Κύριε, την ελευθερία Εσύ μας έδωσες, το υπέρτατο αυτό αγαθό,
αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, δεν το σέβεται αυτό.

Μέσα στην ανθρώπινη υποδούλωση, που μαστίζει τη ζωή μας,
έρχονται οι θείοι Σου οι νόμοι, οξυγόνο στην πνοή μας.

Φαινομενικά φαίνεται να θέτουν φραγμούς, και να σε σκλαβώνουν,
και τον άνθρωπο που θέλει να’ ναι ελεύθερος ξανά υποδουλώνουν.

Ο πνευματικά κατάκοπος, που το σώμα περισσότερο αφουγκράζεται,
νομίζει πως από την Εκκλησία, «ετσιθελιστικά», καταναγκάζεται.

Ο άνθρωπος νωθρά σκεφτόμενος, αγνοώντας τη Πρόνοια του Θεού,
αδυνατεί να δει πως είναι θεία μέριμνα, εις ωφέλεια κάθε χριστιανού.

Αγνοεί να νοήσει πως οι νόμοι του Θεού, είναι Πατρικές συμβουλές,
που με αγάπη ο ίδιος ο Χριστός μας, βρίσκεται μυστικά σ’ αυτές.

Όπως τα μικρά παιδιά για να μεγαλώσουν σωστά, ακούνε τους γονείς,
διαφορετικά εύκολα στο λάθος εμπίπτουν, αν δεν τους το πει κανείς.

Ο κάθε άνθρωπος με τη βάπτιση, ανήκει στο σώμα του Χριστού,
και έχει για κεφάλι τον Κύριο, εις «οικοδομείν» του καθενός πιστού.

Ο παραμένων έξω από το ΕΝΑ σώμα, της αγιοτάτης Εκκλησίας,
είναι ελεύθερος υπόδουλος, της διαβολικής δουλείας.

Ο «…ο ποιών την αμαρτίαν, εκ του διαβόλου εστίν…»,
ενώ η τήρηση των εντολών του Θεού, είναι ελευθερία αληθινή.

Ο άνθρωπος που εφαρμόζει τις θείες εντολές,
«δούλος» απαγγέλεται, και κτίζει στις ουράνιες μονές.



Ο Θεός όμως, απεναντίας διευκρινίζει, πως δούλους δεν ζητεί,
των ανθρώπων μοναχά τη λύτρωση, μοναχά επιζητεί.

Ο τίτλος «δούλος του Θεού» που στον κάθε χρηστοήθη απονεμηθεί,
είναι τίτλος δόξας, κλειδί σωτήριο, που την ώρα του θανάτου θα του δοθεί.

«…῾Υμεῖς φίλοι μού ἐστε….», μας διαμηνύει ο Παντοδύναμος ο Θεός,
αλλά τις Πατρικές Του εντολές πρέπει να εφαρμόσει, ο κάθε πιστός.

Ο Θεός, που είναι μάνα και πατέρας, αδερφή και αδερφός,
με τους νόμους Του οριοθετεί πως είναι να είσαι, γνήσιος χριστιανός.

Το να είσαι δούλος του Θεού, δεν είναι δουλεία,
είναι τίτλος αξιέπαινος, που οδηγεί στη σωτηρία.

«Υιός του Θεού» ή «υιός του διαβόλου», έχεις τη δύναμη να διαλέξεις,
γιατί η ελευθερία που σου δόθηκε, σου καθορίζει να επιλέξεις.

Δύο είναι οι επιλογές σου άνθρωπε σε τούτη τη ζωή,
ή «ελεύθερα δούλος» με Ζωή, ή «δούλος ελευθερίας» χωρίς Πνοή.

Ας μην απατάται ο έχων ζωή βασιλική, και ο κατέχων εξουσία,
νεκρός μέσα στους νεκρούς θα περιφέρεται, χωρίς αθανασία.

Δεν θα σου πω άνθρωπε, τι βούλεσαι να κάνεις,
δικιά σου η απόφαση να ζήσεις ή να αποθάνεις.

Διαχειριστές της περιουσίας Του είμαστε, σε τούτον τον κοσμάκη,
μέχρις ότου να σβήσει του καθενός, το δικό του καντηλάκι.

Ο Θεός την ελευθερία σου τη σέβεται και παρατηρεί με αγωνία,
μην και αποπλανηθείς από το διάβολο, που λυσσάει με μανία.

Ο Θεός μας κατάστησε ελεύθερους, αλλά δεν ζούμε μόνοι,
μπορούμε καπετάνιο να τον θέσουμε, στης ζωής μας το τιμόνι.

Το στόμα του το αψευδές αλλωστε μας το διαλαλεί,
«…ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι…».

Δούλος των ανθρώπων γίνε άνθρωπε, και μη σε μέλλει που σε πονάνε,
γιατί αυτόματα «δούλος του Θεού» γίνεσαι και ας μη σε αγαπάνε.

Οι δούλοι Σου Δέσποτα, κραυγάζουν το όνομά Σου,
χάρισε τους τη βασιλεία Σου, με το άγιο πρόσταγμά Σου.

Κάνε τους δούλους Σου Δέσποτα, ουράνιους βασιλείς,
μέτοχους της θείας δόξας Σου, σημάδι ανώτατης τιμής.

Ένταξε τους ελεύθερους δούλους Σου, στο βιβλίο της Ζωής,
ώστε να νοήσουν άπαντες πως όλους ανεξαιρέτως, ΕΣΥ υπηρετείς.




Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

51. Κυριακή μετά τα Φώτα, προς Εφεσ. (4, 7 - 13)



Προς Εφεσ. (4, 7-13)
«…Αδελφοί, ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. 8 διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. 9 τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 10 ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. 11 καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, 12 πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, 13 μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ…».


ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σημερινή Κυριακή που ακολουθεί τη μεγάλη Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων, ονομάζεται από την Εκκλησία μας Κυριακή μετά τα Φώτα.
Ο Χριστός που ενανθρωπήθηκε και ήρθε κοντά μας και που αναστήθηκε και αναληφθεί στους ουρανούς, είναι η πηγή της χάριτος και ο σοφός διανομέας της θείας δωρεάς, και τα μοιράζει με τέτοιο τρόπο ώστε όλοι να φθάσουν στην πνευματική τελειότητα των δικών Του θεανδρικών μέτρων.
Ο λόγος επιλογής του παρόντος αποστολικού αναγνώσματος μετά τα Φώτα το συμπεραίνουμε και από το αποστολικό ανάγνωσμα της ίδιας της εορτής των Φώτων, το οποίο εξαίρει με έμφαση τη φανέρωση της χάριτος του Θεού στο απολυτρωτικό έργο της Θεανθρώπου Κυρίου και την πλουσιόδωρη έκχυσή της στους ανθρώπους με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος.   

«...Αδελφοί, ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ...». στιχ. 7
Ο απόστολος τονίζει την ανάγκη ενότητας μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, η οποία συνέχεται και ζωογονείται από το «ένα Πνεύμα» και τα μέλη αυτής, συνδέονται με τη «μια ελπίδα» της αναστάσεως και της βασιλείας του Θεού. Η βάση αυτής της ενότητας είναι ο «ένας Κύριος», η «μια πίστη» και το «ένα βάπτισμα», που πηγή της πάλι ο «ένας Θεός» και πατέρας όλων.
Συνεχίζοντας ο Παύλος, επισημαίνει πως μια άλλη βάση ενότητας των χριστιανών είναι τα ποικίλα χαρίσματα που δίδονται στον κάθε χριστιανό. Οι δωρεές του Χριστού ή διαφορετικά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, παρέχονται στο κάθε χριστιανό ανάλογα με «…τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς…» του Θεού, προς όφελος της συγκεκριμένης ψυχής. Κανένας δεν παραγκωνίζεται. Ο καθένας έχει τη θέση του. Ο Θεός παρέχει τα χαρίσματα του όχι τυχαία, όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα δικά Του σοφά κριτήρια. Τα χαρίσματα αποτελούν δωρεά του Χριστού και όχι αμοιβή της αξίας μας ή οφειλή που είναι υποχρεωμένος να μας αποδώσει.  
«...διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις…» στιχ. 8
Για να στηρίξει όσα είπε ο απόστολος καταφεύγει στο ψαλμό (67, 19).
Ο «…ἀναβὰς εἰς ὕψος…» είναι ο Χριστός που με την ανάβασή Του «…ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν…», δηλ. με βάση τον ιερό Χρυσόστομο, κατανίκησε και αιχμαλώτισε το διάβολο.
Αναστημένος και υψωμένος στους ουρανούς δεν «έλαβε δόματα» αλλά «ἔδωκε δόματα» δηλ. χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Μοιράζει χαρίσματα στους απελεύθερους του θανάτου, μέτοχοι πλέον της δικής του ζωής, πολίτες της βασιλείας Του.
«...τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 10 ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα...». στιχ. 9-10
Η ανάβαση του Χριστού εις τους ουρανούς προϋποθέτει προηγούμενη κάθοδό Του. Όπως κατέβηκε με σώμα, ανέβηκε με σώμα, (όπως αυτό θα είναι μετά τον θάνατο, δηλαδή άνευ πλέον αναγκών (τροφής, ύπνου, παχύτητος). Και η κατάβαση δεν σημαίνει κάποια τοπική μετάβαση, αλλά διδάσκει το μέγεθος της θεϊκής οικονομίας, ότι για τη σωτηρίας μας, ανέχθηκε τόσο μεγάλη ταπείνωση.
Το «κατώτερα μέρη της γης» υποδηλώνει τον άδη, στον οποίο κατέβηκε ο Χριστός μετά τον θάνατό Του ενώ το «υπεράνω πάντων των ουρανών», θέλει να τονίσει τον ύψιστο βαθμό δόξας του Χριστού. Ανέβηκε πάνω απ’ όλα, εκεί μετά από το οποίο δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
«…καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους…» στιχ. 11
Απόδειξη αυτού που ασκεί «…ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω των ουρανών…», είναι ότι ο ίδιος δίνει στην Εκκλησία Του τα διάφορα χαρίσματα.
Την 1η θέση χαρισμάτων κατέχουν τα χαρίσματα διδαχής, επειδή τα χαρίσματα αυτά υπηρετούν κατ’ εξοχή τους σκοπούς του έργου της Εκκλησίας, όπως τους προσδιορίζει ο απόστολος στους στιχ. 12-15.
Κορυφαίο χάρισμα είναι των αποστόλων, τους οποίους μαζί με τους προφήτες ο Παύλος ενωρίτερα ο Παύλος χαρακτήρισε θεμέλιο της Εκκλησίας και ανάφερε ότι σ’ αυτούς αποκαλύφθηκε το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας.
Οι προφήτες είχαν χάρισμα διδακτικό και διακρίνονταν από τους διδασκάλους διότι δίδασκαν με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, ενώ οι διδάσκαλοι από τις γνώσεις και την αντίληψή τους.
«…πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ…» στιχ. 12
Τα χαρίσματα όπως προείπαμε δεν δίνονται ούτε αδιάκριτα ούτε και άσκοπα. Δίνονται από το δωρεοδότη Κύριο με θεία σοφία και διάκριση για να υπηρετήσουν κάποιο ιερό σκοπό. Τον σκοπό αυτό προσδιορίζει ο Παύλος στον παρόντα στίχο. Ο σκοπός δεν είναι άλλος από «…τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων…» δηλ. των χριστιανών. Τα χαρίσματα δίνονται για να καταρτίζονται οι πιστοί στο έργο της διακονίας, ώστε να οικοδομείται το σώμα του Χριστού.
«…μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ…» στιχ. 13
Στον προηγούμενο στίχο ο Παύλος καθόρισε τον άμεσο σκοπό που υπηρετούν τα χαρίσματα, ενώ στον παρόντα στίχο, περιγράφει τον τελικό σκοπό και τον τελικό προορισμό, που είναι η ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού και η πνευματική ωρίμανση και ενηλικίωση των πιστών.
Συνιστά το στόχο προς τον οποίο οφείλουν να αποβλέπουν και για την επίτευξη του οποίου θα πρέπει να αγωνίζονται «οι πάντες». Ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, δεν φτάνουμε στην τελειότητα και δεν σωζόμαστε μόνοι και αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο, αλλά ενταγμένοι «οι πάντες» στο ένα εκκλησιαστικό σώμα και συμπορευόμενοι την ίδια οδό της Αληθείας, την οδό του Κυρίου.
 Η ενότητα των πιστών, εκτός από την πίστη, πηγάζει και από την «επίγνωση του υιού του Θεού», μια γνώση που δεν παρέχεται από τη θεωρητική αναζήτηση του νου, αλλά από τον φωτισμό που παρέχει το άγιο Πνεύμα, σ’ εκείνους που έχουν καθαρή καρδία.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«…Ενί εκάστω ημών εδόθη η χάρις…»! Όλοι είμαστε μέτοχοι της χάριτος, κοινωνοί των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Αφετηρία των χαρισμάτων του Θεού είναι το βάπτισμά. Τα χαρίσματα του Θεού είναι ποικίλα και μας τα μοιράζει ο Χριστός σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια και μέτρα. Αυτό σημαίνει πως δεν έχουμε όλοι μας ούτε ίσα ούτε και τα ίδια χαρίσματα.
Ας προσέχουμε αδύναμοι καθώς είμαστε, να μην γογγύσουμε βλέποντας τη φαινομενική άνιση κατανομή των χαρισμάτων, ή φθονήσουμε τους αδερφούς μας, που ενδεχομένως έλαβαν περισσότερα ή μεγαλύτερα χαρίσματα από μας.
Στο κάθε άνθρωπο αποδόθηκαν εκείνα τα χαρίσματα, που θα μπορεί να διαχειριστεί ο ίδιος προς όφελος της ψυχής του και θα του αποδώσουν το βέλτιστο αποτέλεσμα για τη σωτηρία του. Ο Θεός με τη θεία του διάκριση κατανέμει τα χαρίσματα με σοφία, ώστε άπαντες να μπορούν να σωθούν. Το ξέρετε ότι πολλοί πατέρες της Εκκλησίας όταν τους δόθηκαν χαρίσματα όπως το να είναι ιαματικοί και να ποιούν θαύματα, παρακαλούσαν το Θεό να τους πάρει αυτό το χάρισμα, γιατί ελλόχευε ο κίνδυνος να περηφανευθούν και να απολέσουν όλα όσα μέχρι πρότινος έκτισαν. Γνωρίζει ο Κύριος!!! Μην δυσπιστείτε!!! 
Έχουμε λάβει ότι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Η καρδιά πρέπει να είναι γεμάτη από ευγνωμοσύνη για τον Κύριο μας για τον άρρητο πλούτο των δωρεών Του, αποβλέποντας στη δόξα του Θεού και στην πνευματική μας οικοδομή, μέσα από την προσφορά στους γύρω μας. «…Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε…»!! Αμήν!!!



Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

49. Κυριακής Κ’, προς Γαλ. (1, 11 - 19)



Γαλ. (1, 11 - 19)
«…Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾽ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾽Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾽Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾽Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾽Αραβίαν, καὶ πάλιν ἐπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ τρία ἔτη ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε. Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον, εἰ μὴ ᾽Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου...».



ΑΝΑΛΥΣΗ

Ανάμεσα στις πολλές Εκκλησίες που ίδρυσε ο απόστολος Παύλος στη Μικρά Ασία, υπήρξαν και οι Εκκλησίες της Γαλατίας. Η παρούσα επιστολή έχει χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι απευθύνεται σε μια ομάδα Εκκλησιών της Γαλατίας, ενώ οι άλλες επιστολές απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη Εκκλησία, ή σε ένα συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο. 
Η αφορμή που ανάγκασε τον Παύλο να αποστείλει την επιστολή του, ήταν οι Ιουδαΐζοντες ψευδοδιδάσκαλοι, οι οποίοι μετά την αναχώρηση του Παύλου εισχώρησαν στις νεοσύστατες Εκκλησίες και με τα όσα δίδασκαν προκαλούσαν ταραχές και σκάνδαλα μεταξύ των πιστών. Πίστευαν πως για την εν Χριστώ σωτηρία προϋπόθεση αποτελούσε και η τήρηση των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου και έπρεπε οι χριστιανοί που προέρχονταν από τις τάξεις των εθνικών να τις τηρούν με ακρίβεια.
Για ν’ ανασκευάσει ο απόστολος τις πλάνες αυτές, που όπως φαίνεται είχαν επηρεάσει πολλούς χριστιανούς της Γαλατίας, γράφει από την Έφεσο την παρούσα επιστολή, προασπιζόμενος τόσο τη θεία προέλευση του Ευαγγελίου που κήρυττε, όσο και της κλήσης και της θείας αποστολής την οποία έχει αναλάβει ως «απόστολος των εθνών».
«...Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾽ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό, οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ...». στιχ. 11-12

Το πρώτο που θέλει να γνωστοποιήσει ο απόστολος στους Γαλάτες, είναι η προέλευση του ευαγγελικού του κηρύγματος.
Ο Παύλος κατηγορείτο πως το Ευαγγέλιο που κήρυττε ήταν ανθρώπινης προέλευσης, μιας και δεν ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μαθητής του Κυρίου.
Με την επιστολή αυτή θέλει να καταστήσει σαφές πως το Ευαγγέλιο του δεν είναι ανθρώπινης προέλευσης και έμπνευσης αλλά η διδασκαλία του είναι αποτέλεσμα της αποκάλυψης του Χριστού, κατά τρόπο άμεσο και θαυμαστό. Κλήθηκε από Εκείνον στο έργο του κηρύγματος και με θαυμαστές αποκαλύψεις μυσταγωγήθηκε στη γνώση του Ευαγγελίου.
«...Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾽Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾽Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων…» στιχ. 13-14

Ο Παύλος στο στίχο αυτό αναγκάζεται να υπενθυμίσει στους Γαλάτες μερικές πτυχές της προσωπικής του ζωής και κυρίως της θαυμαστής μεταστροφής του. Τα περιστατικά αυτά δεν ήταν άγνωστα στους Γαλάτες. Επαναλαμβάνοντάς τα θέλει να καταστήσει σαφές τη δυναμική παρέμβαση του Θεού, που τον μετέβαλε ριζικά. Ο φανατικός Ιουδαίος και διώκτης των χριστιανών, με πλούσια γνώση του μωσαϊκού νόμου, έχει μεταβληθεί εντελώς αιφνίδια σε διαπρύσιο κήρυκα του Χριστιανισμού και ακατάβλητο εργάτη της Εκκλησίας.
«...Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ...». στιχ. 15
Τίποτα στον κόσμο δεν συμβαίνει τυχαία επομένως τίποτε δεν εξηγείται μόνο φυσικά και ανθρώπινα. Ο Παύλος πιστεύει ακλόνητα ότι ο Θεός τον είχε εκλέξει από την κοιλιά της μάνας του και τον κάλεσε δια της Χάριτος Του.
Το αιφνίδιο της μεταβολής, το βάθος και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε, είναι μοναδικά.
«…ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοὶ, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι…» στιχ. 16
Η εκλογή του Παύλου ολοκληρώνεται με την αποκάλυψη του Υιού του Θεού που πραγματοποιείται μέσα του. Η αποκάλυψη αυτή έγινε βαθιά μέσα στο «είναι» του Παύλου, «…εν εμοί…». Όπως για τον Παύλο, έτσι και για τον καθένα μας, η γνώση του Θεού δεν μπορεί να είναι εξωτερική και συμβατική, αλλά μια συγκλονιστική εμπειρία της ζωντανής παρουσίας του Χριστού στα βάθη της καρδιάς. Χαρακτηριστικά είναι άλλωστε και τα λόγια του Χριστού που το καταδεικνύουν πως ο Παύλος ήταν σκεύος εκλογής «…πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ·…».
Η κλήση του Πάυλου είναι γεγονός και η αποκάλυψη του Θεού σ’ αυτόν πραγματικότητα. Γνωρίζει εκ πείρας τον αληθινό Θεό και ξέρει ποια είναι η αποστολή του. Για το λόγο αυτό δεν έχει ανάγκη να προσφύγει σε ανθρώπους αναζητώντας συμβουλές και οδηγίες. Με την υπογράμμιση αυτή ο απόστολος θέλει να καταδείξει πως η κλήση του στο αποστολικό έργο δεν είναι προϊόν ανθρώπινης καθοδήγησης, αλλά θαυμαστής θεϊκής χειραγωγίας.
«…οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾽Αραβίαν, καὶ πάλιν ἐπέστρεψα εἰς Δαμασκόν…» στιχ. 17
Αυτό που ο Παύλος τόνισε στον προηγούμενο στίχο, το καθιστά τώρα απόλυτα σαφές. Αφού τονίζει την αυτοτέλεια της αποστολής του (ἀπῆλθον εις Αραβίαν και επέστρεψα), διασαφηνίζει ακόμα πως δεν δέχθηκε και ανθρώπινες συμβουλές (εφόσον δεν κατέφυγε στα Ιεροσόλυμα να συναντηθεί με τους άλλους αποστόλους).  
Ο Παύλος καλεσμένος και διδαγμένος από τον ίδιο το Θεό, δεν είχε ανάγκη ούτε ν’ αναγνωρισθεί ως απόστολος ούτε να διδαχθεί από τους πρώτους αποστόλους του Κυρίου.
«…Επειτα μετὰ τρία ἔτη ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε…» στιχ. 18
Μετά από 3 έτη εις την Δαμασκό, ο Παύλος αναχωρεί προς Ιεροσόλυμα για να γνωρίσει τον απόστολο Πέτρο, όχι για να μάθει κάτι από αυτόν, ούτε για να τον διορθώσει σε κάτι, αλλά για να τον δει και να τον τιμήσει με την παρουσία του. 15 ημέρες έμεινε ο Παύλος στα Ιεροσόλυμα, ίσως φιλοξενούμενος από τον ίδιο τον Πέτρο, ένδειξη κατά το Χρυσόστομο φιλίας και σφοδρότατης αγάπης.
«…Ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον, εἰ μὴ ᾽Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου…» στιχ. (19)
Στο τελευταίο στίχο μας επιβεβαιώνει επίσης ότι κανένα άλλο απόστολο δεν είδε πλην τον αδελφόθεο Ιάκωβο, απλά για να μας καταστήσει σαφές, πως η επίσκεψή του δεν ήταν η συνάντηση με τους αποστόλους και η ανταλλαγή οιανδήποτε οδηγιών και απόψεων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Είκοσι ολόκληροι αιώνες έχουν κυλήσει από τότε. Ο χρόνος που παρήλθε, απέδειξε περίτρανα ότι το κήρυγμα του Παύλου, «…ουκ έστι κατ’ άνθρωπον…». Είναι το ένα, το αιώνιο Ευαγγέλιο του Χριστού, το Ευαγγέλιο που και εμείς γνωρίσαμε δια των κόπων και των αγώνων της μεγάλης αυτής ψυχής του Παύλου.
Εμείς ως χριστιανοί οφείλουμε να είμαστε βεβαιωμένοι, ότι το Ευαγγέλιο που μας παρέδωσαν ο Απόστολοι, δεν είναι ανθρώπινης προέλευσης και έμπνευσης αλλά θείας. Δεν είναι εφεύρημα του ανθρώπινου νου, φιλοσοφική αναζήτηση ή στοχασμός, αλλά αποκάλυψη του ιδίου του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι το Ευαγγέλιο που παραλάβαμε και πάνω σ’ αυτό στεκόμαστε και προχωράμε, αποτελόντας τον ΚΑΝΟΝΑ ΒΙΟΥ κάθε χριστιανού. Είναι το Ευαγγέλιο με το οποίο γίνεται οδός ζωής και δύναται να σωθούμε! Γένοιτο.