Gold Cross

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

26. Απόστολος Κυριακής Η΄– Α’ Κορ. (1, 10 – 17)


Α’ Κορ. (1, 10 – 17)
«…Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ. Ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι. Λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει΄ ᾽Εγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ ᾽Απολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ. Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν, ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε; Εὐχαριστῶ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα. Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα. Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν ἀλλ’ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ...».



ΑΝΑΛΥΣΗ
Για την Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, δεν υπάρχει πιο πολύτιμο πράγμα από την ενότητα και την ομοφροσύνη. Δηλαδή οι χριστιανοί τα μέλη της να είναι ενωμένοι και να έχουν το ίδιο πνεύμα και την ίδια γνώμη. Αντιθέτως δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από τις διαιρέσεις και τα σχίσματα, οι χριστιανοί δηλαδή να διαιρούνται, να χωρίζονται σε παρατάξεις και έτσι να διασπούν την πνευματική ενότητα.
Στο σημαντικό αυτό ζήτημα της ενότητας της Εκκλησίας αναφέρεται και το παρόν αποστολικό ανάγνωσμα. Αφορμή για ν’ αναφερθεί στο θέμα αυτό ο απόστολος, ήταν ότι οι χριστιανοί της νεοσύστατης Εκκλησίας της Κορίνθου, είχαν διασπαστεί μεταξύ τους και είχαν σχηματίσει διάφορα κόμματα, θεωρώντας αρχηγό τους άλλοι τον Απολλώ, άλλοι τον Παύλο και άλλοι τον Κηφά.  
===========================================================
«...Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ...». στιχ. 10
Ο Παύλος επειδή θα μιλήσει για ένα μείζων θέμα, επικαλείται το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, για να κατευνάσει την αντιπαλότητα που ξεκίνησε να υφίσταται μεταξύ των χριστιανών της Κορίνθου.
Οι Κορίνθιοι που δια του ονόματος του Χριστού, έλαβαν την προσαγωγή τους στην πίστη, αντί να επιδεικνύουν προσήλωση σ’ αυτό, επιδείκνυαν προσκόλληση σε ονόματα ανθρώπων. Μ’ αυτόν τον τρόπο «ύβρισαν» και «αδίκησαν» κατά το Χρυσόστομο τ’ όνομα του Χριστού.
Οι χριστιανοί της Κορίνθου όφειλαν να είναι ΟΛΟΙ σύμφωνοι, να ομολογούν την ίδια πίστη. Να ‘ναι σύμφωνοι και «εν τω νοῒ» και «εν τη γνώμη». Δηλαδή να έχουν το ίδιο φρόνημα, στην κατανόηση της ευαγγελικής πίστεως, αλλά και στην έκφραση αυτού του κοινού φρονήματος. Πολλοί και τώρα είμαστε «ενωμένοι» κατά το «τω νοῒ» αλλά «εν τη γνώμη» είμαστε χωρισμένοι.
«...Ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι…» στιχ. 11
Εδώ ο απόστολος χωρίς να προσωποποιεί αυτούς που του έδωσαν την πληροφορία, ώστε να προκαλέσει περισσότερο κακό και ίντριγκα αναμεταξύ τους, τους αναφέρει πως από κάποιους ανθρώπους της Χλόης έφθασε στ’ αυτιά του για το σχίσμα που ξεκίνησε να δημιουργείται. Η Χλόη που αναφέρει εδώ ο απόστολος είναι άγνωστη σ’ εμάς, αλλά ήταν γνωστή στις τότε τάξεις των Κορινθίων.   
«...Λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει΄ ᾽Εγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ ᾽Απολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ...». στιχ. 12
Ο απόστολος με την έκφραση «…λέγω δὲ τοῦτο…», θέλει να τονίσει και να επιστήσει την προσοχή του ακροατηρίου του στα όσα αμέσως θα επισημάνει.
Οι χριστιανικές παρατάξεις που είχαν σχηματιστεί στην Κόρινθο ήταν τέσσερεις.
  1. του Παύλου (ο Παύλος θέτει πρώτο τον εαυτό του, για να τον τοποθετήσει στην κατώτερη θέση. Αναφέρει πρώτο το όνομά του για να το αποδοκιμάσει πρώτο).
  2. του Απολλώ (άνδρας με φλογερή πίστη, βαθιά γνώστης των Γραφών με σπάνιο ρητορικό χάρισμα)
  3. του Πέτρου (Κηφά)
  4. του Χριστού (και αυτοί αμάρταναν διότι τοποθετούσαν σε ίση μοίρα το Δεσπότη Χριστό, με τους δούλους Του αποστόλους)
«…Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν, ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;…» στιχ. 13
Η απαράδεκτη στάση των χριστιανών της Κορίνθου αναγκάζει τον Παύλο να απευθύνει το αμείλικτο ερώτημα «…μεμέρισται ὁ Χριστός;…» δηλ. κομματιάστηκε ο Χριστός; Ή σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, ο Χριστός μοίρασε την Εκκλησία Του; Άλλο μέρος έλαβε ο Ίδιος και άλλο μέρος έδωσε στους ανθρώπους;
«…Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν, ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;…» δηλ. Μήπως ο Παύλος σταυρώθηκε για σας ή μήπως στο όνομα του Παύλου βαπτισθήκατε;
Ο Παύλος μ’ αυτά τα ερωτήματα επιδιώκει ν’ αφυπνίσει τους Κορινθίους, ώστε να συνειδητοποιήσουν τη βαρύτητα του ολισθήματός τους.
Ο σταυρός του Χριστού συνιστά την αδιαφιλονίκητη απόδειξη της φιλανθρωπίας του Θεού και αποτελεί την καρδιά της εν Χριστώ σωτηρίας. Και εφόσον ο Χριστός σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας, ανήκουμε αποκλειστικά και μόνο στο Χριστό και σε κανένα άλλο.
Ως χριστιανοί δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Χριστός είναι ο ΜΟΝΟΣ λυτρωτής και σωτήρας μας. Εκείνος σταυρώθηκε για μας, Εκείνος μας αναγέννησε μέσω του αγίου βαπτίσματος. Οι πνευματικοί ποιμένες και διδάσκαλοι, όσο μεγάλη και αν υπήρξε η συμβολή τους, στην προσαγωγή μας στην πίστη, είναι απλά τα όργανα του Θεού. Η υπακοή και η ολοκληρωτική αφοσίωση την οφείλουμε στο Χριστό.
«…Εὐχαριστῶ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα…» στιχ. 14-15
Ο Παύλος απευθυνόμενος κατά τρόπον τινά στη μερίδα του, ευχαριστεί το Θεό, διότι προνόησε να μη βαπτίσει αυτοπροσώπως κανένα από τους Κορινθίους παρά ελάχιστα πρόσωπα, ώστε να μη λένε πολλοί ότι βάπτισε πολλούς και να συγκροτηθεί γύρω από απ’ αυτόν κύκλος μαθητών επονομάζοντας τον διδάσκαλο και καθηγητή.
Εδώ επ’ ουδενί ο Παύλος δεν υποτιμά το βάπτισμα, αλλά επιδιώκει να κατανοήσουν οι Κορίνθιοι ότι δεν θα έπρεπε να περηφανεύονται με αφορμή το πρόσωπο που τους έχει βαπτίσει.
«…Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα…» στιχ. 16
Ο απόστολος επονομάζει τους 3 εκείνους άνδρες εκείνους που βάπτισε ( αριθμός μικρός ) για να ταπεινώσει πρώτον τον εαυτό του αλλά και τους οπαδούς του και να τους επιστήσει την προσοχή, ότι σημασία δεν έχουν οι αριθμοί αλλά η εκδήλωση της αγάπης στο πρόσωπο του Χριστού.
«…Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν ἀλλ’ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ…» στιχ. (17)
Εδώ ο λόγος του αποστόλου δεν εμπεριέχει καμιά υποτίμηση για το έργο του βαπτίσματος σε σύγκριση μ’ αυτό του ευαγγελισμού, αλλά ιεραρχεί τα δυο λειτουργήματα εν σχέση με την προσωπική αποστολή και ευθύνη που του έχει ανατεθεί, που ήταν το έργο της κήρυξης του αγίου Ευαγγελίου.
Κατά το Ζιγαβηνό, το έργο της κήρυξης του αγίου Ευαγγελίου, είναι έργο ανδρός γενναίου, φερεπόνου, έτοιμο προς θάνατο, το δε βάπτισμα είναι μέγιστο, όχι όμως μεγαλύτερο.
Κάθε εκκλησιαστικό λειτούργημα έχει τη θέση του και την αξία του. Εμείς οφείλουμε να τιμούμε ανεξαιρέτου λειτουργήματος, αυτούς που τα επωμίστηκαν, και τα ασκούν με ζήλο και αυταπάρνηση. Ωστόσο τα λειτουργήματα διακρίνονται μεταξύ τους, άλλα είναι σπουδαιότερα και άλλα λιγότερο σπουδαία. Εμείς οφείλουμε να σεβόμαστε και να αναγνωρίζουμε τα λειτουργήματα αυτά και να τιμούμε τον ζήλο και την αυταπάρνηση αυτών που τα επιδεικνύουν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όσο πολύτιμο πράγμα είναι η ενότητα της Εκκλησίας και η ομοφροσύνη των χριστιανών, τόσο δύσκολα διασφαλίζεται.
Για να επιτύχουμε πρέπει να κατορθώσουμε αυτό που συνιστά ο απόστολος Παύλος, «…να είμαστε ενωμένοι με το ίδιο πνεύμα και την ίδια γνώμη…»!
Με την ανύσταχτη πνευματική φροντίδα, να εντρυφούμε τους λόγους του Ευαγγελίου. Να μην ξεχνούμε ότι κάθε καλό έργο που ποιούμε το ποιούμε εις δόξα Θεού, και στο πρόσωπο Αυτού, ενώνονται οι πάντες. Αλλιώς αν προβάλλουμε τους εαυτούς μας στην προσπάθεια της συνένωση στην αγία Αυτού Εκκλησία, τότε προκαλείται διαίρεση και διχασμός των πιστών. Αντίθετα η προσήλωση στη μια πίστη και το κοινό φρόνημα της Εκκλησίας μας συνενώνει. 
Η ενότητα των χριστιανών εξασφαλίζεται με την υπακοή μας στον Κύριο και την Εκκλησία Του. Ως χριστιανοί δεν έχουμε εθελοθρησκεία (θρησκεία κατά δοκούν), αλλά ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ και ΕΝΑ ΒΑΠΤΙΣΜΑ. Επομένως δεν λέμε αλλά μήτε κάνουμε και ότι θέλουμε. Ακολουθούμε εκ καρδίας αυτά που μας ορίζει η αγία του Χριστού Εκκλησία και προάγει την εκκλησιαστική ενότητα και σφυρηλατεί ανάμεσά μας την ομοφροσύνη. Γένοιτο.


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

ΜΖ'. Πέφτω στα γόνατα Χριστέ μου




Συχνά πυκνά αναρωτιέμαι ποιά πρέπει να ’ναι η στάση της ευχής,
ώστε ο εχθρός μου πια να τρέπει, εις άτακτη φυγή

Ποιά πρέπει να ’ναι Θεέ μου η θέση του αγώνα,
ώστε να ταπεινωθώ και ν’ αντικρίζω τη θεία Σου εικόνα;

Πως πρέπει γλυκύτατε Χριστέ μου να προσεύχομαι,
και αλλότρια και εγκόσμια πράγματα, να μην στοχάζομαι;

Θέλω να είμαι σε συνεχή κοινωνία μαζί Σου,
και να αισθάνομαι ολημερίς την Πατρική στοργή Σου

«…Δίδαξόν με Κύριε οδόν, εν η πορεύσομαι…»
και στα δύσκολα δείξε μου πως ν’ αντεπεξέρχομαι

Μα να, με πλησιάζει ο «εχθρός» με όπλα ισχυρά,
παίρνω μάχη και ’γω, με γόνατα σκληρά

Προσπαθεί με μένος και με μίσος να μου κάμψει τη θερμή,[1]
αλλά τα γόνατα βαθιά στη γη, με κρατούν στην προσευχή

Θόρυβοι υπόκωφοι πέριξ του δωματίου, αργά πυκνά αντηχούν,
μπας και τις δεήσεις μου ανακόψουν, που στο Θεό μου απηχούν

Ταλανίζομαι συνεχώς, να σταματήσω την ευχή,
τα γόνατα να πάρω από το χώμα, που μου δίνουνε ισχύ

Πως θα κάνω την ευχή αμετέωρη, φιλάνθρωπε Χριστέ μου,
ώστε στης πολιορκίας την πλάνη, να μην ενδώσω Θεέ μου;

Το σώμα ολοένα γέρνει επί της γης, στο ύψος των γονάτων,
και η προσευχή αντηχεί πιο δυνατά, στους ήχους των πνευμάτων

Το σώμα μαθαίνει τώρα να πάλλεται, στο ρυθμό της προσευχής,
και η δέηση στον Κύριο περισσότερο υψώνεται, όσο παραμένω γονυπετής

Τα γόνατα που σκληραίνουν πάνω στο χώμα, βοηθούν την ταπείνωση ν’ ανθίσει
και αντικρούουν τον κακό λογισμό, που πάει ύπουλα να διεισδύσει.

Και σαν θερμάνει η καρδία, από της γονυκλισίας πια τον πόνο,
αλλάζει και ο τόνος της ευχής, σαν να έχει σταματήσει πια ο χρόνος

Σταματώ πλέον να προσεύχομαι για τα δικά μου αμαρτήματα,
και ζητώ άφεση αμαρτιών, από των φθονούντων με κτυπήματα.

Ζητώ το φωτισμό αυτών που χάσανε, το δρόμο της Αληθείας,
και την εναρμόνιση του βίου τους, εις ζωή χρηστοηθείας

Προσεύχομαι για τα παιδιά των φαναριών και της φτωχολογιάς,
να τους δώσει ο Πανάγαθος παλάτια ουράνια, ατέρμονης χαράς

Προσεύχομαι για τα παιδιά των ναρκωτικών και κάθε ασθενούς,
εις ίαση ψυχής και σώματος, σε χριστιανούς αληθινούς.

Προσεύχομαι για κάθε άνθρωπο επί γης, χριστιανό και μη,
να γίνουμε όλοι ένα σώμα, εις πνευματική οικοδομή. 

Τι ομορφιά, τι ανείπωτη χαρά, που σου παρέχει η ευχή,
πόσο αγάλλεται και η ειρηνεύει του ανθρώπου η ψυχή.

Θέλω να μείνω πιο πολύ, στη θέση του αγώνα,
μέτοχος και εγώ να είμαι, στου Νυμφίου τον αρραβώνα.

 Θέλω να γεύομαι απερίσπαστα, τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος,
και να ψάλλω ρυθμικά εις δόξα του αγίου Σου ονόματος.

Θέλω να μάθω ν’ αγαπώ, όπως Εσύ μ’ αγαπάς,
και αληθινός εργάτης Σου να γίνω, στη γη της ξενιτιάς

Πέφτω λοιπόν και πάλιν στα γόνατα γλυκύτατε Χριστέ μου,
δώσε μου το τίτλο του δούλου Σου, παντοδύναμε Θεέ μου.





[1] Εδώ εννοείται ως θερμή από ζήλο παράκληση προς  τον Κύριο

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

24. Απόστολος Κυριακής ΣΤ΄– Ρωμαίους (12, 6 – 14)


Ρωμαίους (12, 6 – 14)
«…Ἀδελφοί, έχοντες δε χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα, είτε προφητείαν, κατά την αναλογίαν της πίστεως, είτε διακονίαν, εν τη διακονία, είτε ο διδάσκων, εν τη διδασκαλία,  είτε ο παρακαλών, εν τη παρακλήσει, ο μεταδιδούς, εν απλότητι, ο προϊστάμενος, εν σπουδή, ο ελεών, εν ιλαρότητι.  Η αγάπη ανυπόκριτος. Αποστυγούντες το πονηρόν, κολλώμενοι τω αγαθώ,  τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι, τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι,  τη σπουδή μη οκνηροί, τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες,  τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες,  ταις χρείαις των αγίων κοινωνούντες, την φιλοξενίαν διώκοντες.  Ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε...». 

ΑΝΑΛΥΣΗ
Ως άνθρωποι και κατά γενική ομολογία ως χριστιανοί δεν ζούμε μόνοι μας, αλλά συνυπάρχουμε, με άλλους ανθρώπους και κατ’ επέκταση χριστιανούς που είναι εν Χριστώ αδερφοί μας.
Γιατί είμαστε αδελφοί; Γιατί ρέει μέσα μας το ίδιο Αίμα, το Αίμα του Εσταυρωμένου! Mας περιλούζει και μας περισκεπάζει το ίδιο πέπλο, το πέπλο της Χάριτος, που μας δόθηκε εκ βαπτίσματος. Είμαστε αδελφοί γιατί αποτελούμε ΕΝΑ σώμα. Το σώμα της Αγίας Εκκλησίας, της πανώριας Νύμφης του Κυρίου.
Και όπως ένα σώμα αποτελείται από πολλά μέλη, διαφορετικών λειτουργιών, έτσι και το πλήθος των χριστιανών ασκώντας διαφορετικές λειτουργίες, αποτελούν ένα μέρος του σώματος, χάρη στον Χριστό.  
Μερικά από τα βασικά γνωρίσματα που πρέπει να έχουμε οι χριστιανοί αλλά και να τα επιδεικνύουμε αναμεταξύ μας, μας τα επονομάζει ο απόστολος στο παρόν αποστολικό κείμενο.
===========================================================
«...6 Ἀδελφοί, έχοντες δε χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα, είτε προφητείαν, κατά την αναλογίαν της πίστεως...». στιχ. 6
Ως χριστιανοί έχουμε λάβει χαρίσματα «…διάφορα…» δηλ. ποίκιλα, των οποίων η παρουσία αποσκοπεί στην πνευματική οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας αλλά και στην κοινή ωφέλεια όλων των μελών της χριστιανικής κοινότητας.


Τα διάφορα χαρίσματα που έχουμε οι πιστοί είναι το Άγιο Πνεύμα. Ότι έχουμε το έχουμε ανάλογα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε κατά την αναλογία της πίστεως που μας δόθηκε. Οι χριστιανοί έχουμε πολλά ή λίγα χαρίσματα κατά το μέτρο και του βαθμού της πίστεώς μας. Ο Θεός μας παρέχει τα χαρίσματα ανάλογα με δεκτικότητά μας και τη χωρητικότητά μας, η οποία προσδιορίζεται από το μέτρο της προσωπικής μας πίστεως.
Από τον παρόντα στίχο και μετά ο απόστολος απαριθμεί 7 χαρίσματα, ενώ στην προς Κορινθίους επιστολή, απαριθμεί 9 χαρίσματα. Τα του παρόντος κειμένου είναι τα ακόλουθα.
  1. Πρώτο χάρισμα που αναφέρει ο απόστολος είναι η «προφητεία». Προφητεία εδώ δεν σημαίνει την πρόγνωση των ερχομένων, αλλά και την γνώσιν των «κεκρυμμένων». Αυτός που έχει το χάρισμα της «προφητείας» μπορεί να κατανοεί τα ουράνια μυστήρια, να προλέγει πράγματα τα οποία μέλλει να συμβούν, ή εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα να ερμηνεύει τις προφητείες της Αγίας Γραφής.
«...είτε διακονίαν, εν τη διακονία, είτε ο διδάσκων, εν τη διδασκαλία…» στιχ. 7
Η έννοια του όρου «διακονία» σημαίνει την άσκηση κάθε πνευματικού έργου. Ο καθένας μας οφείλει να παραμένει στην άσκηση του λειτουργήματος που έλαβε και να μην επιδιώκει ν’ ασκήσει άλλο. Αλλά και να ΜΗΝ περηφανεύεται απέναντι στους άλλους συνανθρώπους του που δεν έλαβαν το ίδιο χάρισμα.

Η «διδασκαλία» είναι διαφορετική από εκείνη της «προφητείας», διότι υπό το χάρισμα της «προφητείας» κάποιος ομιλεί υπό την άμεση έμπνευση του Αγίου Πνεύματος και αποκαλύπτει καινούριες και μυστηριώδεις αλήθειες, ενώ αυτός που διδάσκει επεξηγεί και αποσαφηνίζει αποκαλυπτόμενες αλήθειες, με σκοπό την πνευματική οικοδομή όσοι ζητούν και αναζητούν την Αλήθεια.  
«...είτε ο παρακαλών, εν τη παρακλήσει, ο μεταδιδούς, εν απλότητι, ο προϊστάμενος, εν σπουδή, ο ελεών, εν ιλαρότητι...». στιχ. 8
Ο παρόν στίχος περιλαμβάνει άλλα 4 χαρίσματα, της «παράκλησεως», της «μεταδόσεως», του «προΐστασαι» και της «ιλαρότητας».
Η «παράκλησις» είναι ξεχωριστό χάρισμα και διαφέρει από τ’ άλλα δύο χαρίσματα της προφητείας και της διδασκαλίας. Ο «παρακαλών» δεν επιδιώκει να πείσει αλλά να προτρέψει στην αρετή. Δεν απευθύνεται στο νου αλλά στην καρδιά, αποβλέποντας να συγκινήσει και να ενθαρρύνει τον άλλο στην εφαρμογή των διδαχθέντων.
Ο «μεταδιδούς» είναι αυτός που προσφέρει εξ’ ιδίων σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη, ο «χορηγών» κατά τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό.  Η ελεημοσύνη αποτελεί εντολή του Θεού και όλοι οι χριστιανοί οφείλουν ν’ ανταποκρίνονται, αλλά ορισμένοι την ασκούν με ιδιαίτερο ζήλο, έχοντας τρόπο τινά μια φυσική προδιάθεση και κλίση προς τούτο. Όλα φυσικά πρέπει να γίνονται με «απλότητα» δηλ. όχι με επιδεικτικό τρόπο, αλλά με ανιδιοτέλεια και ταπείνωση.
Ο «προϊστάμενος» είναι αυτός στον οποίο ανατέθηκε η επιστασία και η επιμέλεια οποιουδήποτε καλού έργου. Χαρακτηριστικό του ορθού τρόπου με τον οποίο κάποιος οφείλει ν’ ασκεί το λειτούργημα του προϊσταμένου είναι η «σπουδή», δηλ. ο ζήλος, η προθυμία και η επιμέλεια.
Ο «ελεών εν ιλαρότητι». Ο «ελεών» εδώ είναι γενικότερο από το «μεταδιδούς». Η άσκηση της ελεημοσύνης θα πρέπει να γίνεται με χαρά! Μιας χαράς που θα διαποτίζει τη διάθεση της καρδίας και που θ’ αποτυπώνεται στο πρόσωπο του ελεούντος.   
«…Η αγάπη ανυπόκριτος. Αποστυγούντες το πονηρόν, κολλώμενοι τω αγαθώ …» στιχ. 9
Η υποκριτική αγάπη σκορπά το δόλο και το μίσος.
Καλλιεργεί "...ο θάνατός σου η ζωή μου...".
Είναι αποτρόπαια και δεν έχει καμία θέση,
 στη ζωή του κάθε χριστιανού.
Εδώ ο απόστολος μας τονίζει πως η αγάπη πρέπει να είναι «ανυπόκριτος», δηλ. ειλικρινής και γνήσια. Δεν πρέπει ν’ αποφεύγουμε το πονηρό αλλά και να το αποστρεφόμαστε και να το μισούμε, έτσι ώστε η καρδία μας να είναι καθαρή από κάθε είδος εμπαθής επιθυμίας. Επίσης δεν αρκεί ν’ αποφεύγουμε το κακό αλλά να οφείλουμε να υπηρετούμε το καλό, το λέει άλλωστε και ο ψαλμωδός στο Ψαλ. (36, 27) «…ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθὸν…». 
«…τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι, τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι…» στιχ. 10
Αν και ο απόστολος μας μίλησε για την ανυπόκριτο αγάπη, επανέρχεται και μας τονίζει ακόμα, πως μεταξύ τους οι χριστιανοί πρέπει να’ ναι και φιλόστοργοι. Όλοι είμαστε αδέλφια εν Χριστώ και όλοι ανεξαιρέτως πρέπει ν’ αγαπούμε ο ένας τον άλλο. Να μην περιμένουμε να μας δείξουν τιμή και σεβασμό για ν’ ανταποδώσουμε αλλά να τους προλαβαίνουμε σ’ αυτό και να τους τιμούμε εμείς πρώτοι.
«…τη σπουδή μη οκνηροί, τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες…» στιχ. 11
Η αγάπη στο Χριστό αλλά και η υπηρεσία κάθε αγαθού έργου, απαιτεί να μας διακρίνει «σπουδή» δηλ. ζήλος και προθυμία και να μην είμαστε οκνηροί. Ως παιδιά του Χριστού οφείλουμε να είμαστε «…τω πνεύματι ζέοντες…» δηλ. θερμοί, η καρδιά να’ ναι πυρωμένη από αγάπη για το Χριστό, έτοιμη για θυσία, έτοιμη για αγώνα και όχι χλιαρή και επαναπαυόμενη, έτοιμη για ραθυμία και αποχαύνωση.
«…τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες…» στιχ. (12)
Η χριστιανική ελπίδα αποτελεί την αστείρευτη πηγή του ζήλου και της προθυμίας. Όταν έχουμε ελπίδα στο Θεό, όταν δείχνουμε εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις του, τότε μπορούμε να χαιρόμαστε. Χωρίς την ελπίδα του Χριστού δεν υπάρχει χαρά.
Όποιος ελπίζει στο Θεό, μπορεί να υπομείνει και τις κατά καιρό θλίψεις που είναι ενδεχόμενο να παρουσιαστούν στη ζωή του. Η υπομονή που δείχνουμε στην ώρα των θλίψεων και των ποικίλων δοκιμασιών είναι η λυδία λίθος που αποδεικνύει πόσο γνήσια είναι η πίστη και πόσο ζωντανή η ελπίδα μας στο Θεό.
«…ταις χρείαις των αγίων κοινωνούντες, την φιλοξενίαν διώκοντες…» στιχ. (13)
Στον παρόντα στίχο ο απόστολος ομιλεί για το χρέος των χριστιανών να γίνονται κοινωνοί δηλ. μέτοχοι στις ανάγκες των αδελφών τους. Στη φροντίδα που επιβάλλεται να επιδεικνύουν οι χριστιανοί, εμπεριέχει και το χρέος της φιλοξενίας. Κατά την αποστολική προτροπή οι χριστιανοί οφείλουν να επιδιώκουν την άσκηση της φιλοξενίας, να μην περιμένουμε να έρθουν εκείνοι σε μας αλλά εμείς οι ίδιοι ν’ αναζητούμε και να βρίσκουμε αυτούς που έχουν ανάγκη από φιλοξενία.
«…Ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε…» στιχ. (14)
Ο τελευταίος στίχος της περικοπής υποδεικνύει τη στάση που πρέπει να τηρούν οι χριστιανοί απέναντι στους εχθρούς τους. «…Ευλογείτε τους διώκοντας ημάς…». Ο απόστολος δεν μας είπε ούτε να μνησικακούμε, ούτε ν’ ανταποδίδουμε, αλλά ζήτησε κάτι μεγαλύτερο, να ευλογούμε αυτούς που μας καταδιώκουν. Ευλογώ σημαίνει λέω καλά λόγια, προσεύχομαι γι’ αυτόν στο Θεό. Διότι αγαπημένε μου αναγνώστη όποιος ευλογεί και καλολογά εκείνους που τον διώκουν , δείχνει ότι χαίρεται που πάσχει για την αγάπη του Χριστού. Ανέβηκε στο σταυρό του με χαρά και χωρίς γογγυσμούς και ζει από τώρα τη δική του ανάσταση.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Αδελφοί μου, σας προσφωνώ όπως και ο απόστολος γιατί, ναι, είμαστε αδέλφια. Είμαστε αδέλφια γιατί είμαστε τα παιδιά του μόνου και αληθινού Θεού. Εκείνος μας δημιούργησε και εκείνος μας χάρισε τη θεία υιοθεσία. Μας κατέστησε μέλη της Εκκλησίας Του.
Η αγάπη είναι το θεμελιώδης χαρακτηριστικό της φυσικής αδελφοσύνης που εδράζεται στη συγγένεια του αίματος. Αυτό συνιστά και ο απόστολος στη σημερινή ευαγγελική περικοπή «…τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι…». Πρέπει να είμαστε φιλάδελφοι, ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο και η αγάπη που εκδηλώνουμε ο ένας για τον άλλο να είναι «ανυπόκριτος». Τίποτα άλλο δεν φανερώνει τη στενή σχέση μας με το Χριστό, όσο η θερμή και στοργική αγάπη προς τους αδελφούς μας. 
Μια τέτοια στάση μπορεί ακόμα να έλξη τον κάθε ξεπεσμένο και απομακρυσμένο από το Θεό άνθρωπο και να τον κάνει ν’ αναζητήσει ξανά τη χαρά που ΜΟΝΟ ο Θεός μπορεί να δώσει, και που δεν μπορεί να εντοπίσει ανάμεσα στους ανθρώπους. Αυτή η κοινωνία της μοναξιάς και της αποξένωσης διψά για λύχνους πνεύματος, διψά να βρει το Φωτοδότη Χριστό. Ας τους αγαπήσουμε δια της πίστεως στο Χριστό, για να δουν κι αυτοί ότι μέσα στο σώμα της αγίας Εκκλησίας, απορρέει περιρρέουσα η αγάπη για όλους, ώστε να τολμήσουν να ενταχτούν ξανά εν αυτό. Γένοιτο.



Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

23. Απόστολος Κυριακής E΄– Ρωμαίους (10, 1 – 10)



Ρωμαίους (10, 1 – 10)
«…1 Ἀδελφοί, ἡ μὲν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις πρὸς τὸν θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν εἰς σωτηρίαν. 2 μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον θεοῦ ἔχουσιν· ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, 3 ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν· 4 τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι. 5 Μωϋσῆς γὰρ γράφει ὅτι τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ τοῦ νόμου ὁ ποιήσας ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτῇ. 6 ἡ δὲ ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτως λέγει· Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· Τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν; τοῦτ’ ἔστιν Χριστὸν καταγαγεῖν· 7 ἤ· Τίς καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον; τοῦτ’ ἔστιν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν. 8 ἀλλὰ τί λέγει; Ἐγγύς σου τὸ ῥῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τοῦτ’ ἔστιν τὸ ῥῆμα τῆς πίστεως ὃ κηρύσσομεν. 9 ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· 10 καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν·...».



ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σημερινή Κυριακή, έχει σαν κεντρικό θέμα, το πρόβλημα της αποδοκιμασίας του Ισραήλ εκ μέρους του Θεού. Σ’ αυτό το αποστολικό ανάγνωσμα ο Παύλος προσπαθεί να αιτιολογήσει πως η δικαίωση δεν προέρχεται από την τήρηση των διατάξεων του Μωσαϊκού νόμου, αλλά και ότι η εκλογή του Θεού δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των Ισραηλιτών. Για να στηρίξει ο Παύλος τη διδασκαλία του, προσφεύγει στη χρήση των λόγων του προφήτη Μωυσή, τους οποίους ανάγει στο πρόσωπο του Χριστού και στη δικαίωση που επιτυγχάνεται δια της πίστεως.
===========================================================
«...1 Ἀδελφοί, ἡ μὲν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις πρὸς τὸν θεὸν ὑπὲρ αὐτῶν εἰς σωτηρίαν...». στιχ. 1
Η «…ευδοκία…» σημαίνει την αγαθή προαίρεση αλλά εδώ εκφράζει τη θερμή επιθυμία του Παύλου, η οποία καταλήγει να γίνεται προσευχή προς το Θεό. Παρά την απιστία των Ιουδαίων, ο Παύλος προσευχόταν στο Θεό να πιστέψουν και να κερδίσουν τη σωτηρία τους.
«...2 μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον θεοῦ ἔχουσιν• ἀλλ’ οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν στιχ. 2
Εδώ ο απόστολος μαρτυρά πως «…ζῆλον θεοῦ ἔχουσιν…» δηλ. οι ομοεθνείς του είχαν ευλάβεια στο πρόσωπο του Θεού. Αλλά ευθύς αμέσως σπεύδει να διευκρινίσει ότι ο ζήλος αυτός δεν είναι υγιής, γιατί ήταν ζήλος ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ, δηλ. ζήλος που ΔΕΝ ενέπνεε την αληθινή γνώση για το Θεό και το θέλημά Του.  
«...3 ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν...». στιχ. 3
Η άγνοια των Ισραηλιτών δεν ήταν ακούσια και δικαιολογημένη αλλά ηθελημένη και γι’ αυτό αδικαιολόγητη, διότι ο νόμος και η ορθή γνώση του, θα τους οδηγούσε στο Χριστό.

Η «…δικαιοσύνῃ τοῦ θεοῦ…» είναι η δωρεά που παρέχει ο Θεός και η οποία δικαιώνει, δηλ. σώζει τον άνθρωπο. Οι Ισραηλίτες αντί για την δικαιοσύνη του Θεού, επιδίωκαν να στήσουν τη δική τους δικαιοσύνη, που στηριζόταν στη τήρηση των διατάξεων του νόμου, κατά τη δική τους πάντα αντίληψη.
«…4 τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι…» στιχ. 4
Πού έγκειται κυρίως η πλάνη των Ισραηλιτών; Στην άρνηση τους να γνωρίσουν το βαθύτερο νόημα του νόμου!
Ο όρος «τέλος» εδώ έχει τριπλή σημασία. Σημαίνει το σκοπό, το πλήρωμα, την ολοκλήρωση. Εδώ ο Παύλος χρησιμοποιεί και τις 3 σημασίες ταυτόχρονα. Ο Χριστός είναι ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε ο νόμος και ο Χριστός είναι αυτός που δίνει που τερματίζει, δίνει τέλος στην αποστολή και την ισχύ του νόμου. Ο Χριστός μας αποτελεί την ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ, το επιστέγασμα του νόμου.
Μετά την έλευση του Χριστού, η δικαίωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται δια της πίστεως στο πρόσωπο του Χριστού και ΔΕΝ εξαρτάται από το νόμο. Η ισχύς του νόμου πλέον έπαυσε και ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε εκπληρώθηκε.
«…Μωϋσῆς γὰρ γράφει ὅτι τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ τοῦ νόμου ὁ ποιήσας ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτῇ…» στιχ. 5
Συνεχίζοντας ο απόστολος αιτιολογεί ότι υποστήριξε πιο πάνω, ότι η δικαίωση επιτυγχάνεται δια της πίστεως και όχι δια του νόμου. Για να στηρίξει ο Παύλος την άποψη του επικαλείται τα όσα γράφει ο Μωυσής στο Λευίτ (18, 5) «…Γι’ αυτό πρέπει να τηρείτε τους δικούς μου νόμους και τις δικές μου εντολές. Όποιος τις εφαρμόζει, αυτός θα ζήσει. Εγώ είμαι ο Κύριος…».
«…ἡ δὲ ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτως λέγει• Μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου• Τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν; τοῦτ’ ἔστιν Χριστὸν καταγαγεῖν…» στιχ. 6
Αυτά που λέει ο Μωϋσής για το νόμο ο Παύλος τα αναγάγει στο πρόσωπο του Χριστού. Πρόθεση του αποστόλου είναι να καταδείξει, ότι εκ πίστεως σωτηρία είναι κατορθωτή, γιατί ο Ίδιος ο Χριστός και Θεός μας κατήλθε στη γη, σαρκώθηκε και σταυρώθηκε υπέρ ημών. Γι’ αυτό ο λογισμός ν’ ανέβει κάποιος στον ουρανό να ελκύσει το Χριστό είναι εσφαλμένος και απορριπτέος για όσους αποβλέπουν στην εκ πίστεως δικαιοσύνη.
«…ἤ• Τίς καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον; τοῦτ’ ἔστιν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν, ἀλλὰ τί λέγει; Ἐγγύς σου τὸ ῥῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τοῦτ’ ἔστιν τὸ ῥῆμα τῆς πίστεως ὃ κηρύσσομεν …» στιχ. (7 - 8)
Όπως δεν χρειάζεται ν’ ανέβει κάποιος στον ουρανό για να κατεβάσει το Χριστό, έτσι επίσης δεν χρειάζεται κάποιος να κατέβει «εις την άβυσσον», για ν’ αναστήσει το Χριστό. Αλλά το «ρήμα» που είναι κοντά στο στόμα και στην καρδία είναι η ανταπόδειξη της χρηστότητάς μας. Μέσα στο στόμα μας και στην καρδία μας έχουμε τη σωτηρία μας. Τι είναι από τούτο ευκολότερο; Και ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει επ’ αυτό. «…Εν τη διάνοιά σου και εν τη γλώσση σου η σωτηρία. Δεν χρειάζεται να βαδίσεις μακριά, ούτε σε πέλαγος να πλεύσεις, ούτε όρη να διαβείς, όποιος ελέγξει αυτά θα σωθεί…».
«…ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ…» στιχ. (9)
Το «ρήμα της πίστεως» μας είναι κοντά στο στόμα και στην καρδία μας. Ο απόστολος βάζει στην πρώτη γραμμή την ομολογία, όπου πρώτη είναι η έκφραση «|εν τω στόματί σου». Η ονομασία αυτή του Ιησού ως Κυρίου συνιστά το θεμέλιο της χριστιανικής πίστεως και σωτηρίας. Αυτό αποδεικνύεται και από τη σημασία που δίνει ο ίδιος ο Ιησούς στο κατά Ματθαίο ευαγγέλιο (10, 32-33) «…Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς…».
Η ομολογία ήταν και η 1η αιτία για την οποία καταδικάζονταν οι πρώτοι χριστιανοί και οδηγούνταν στο μαρτύριο.
«…καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν…» στιχ. (10)
Επίσης η πίστη είναι και έργο της καρδιάς, και καρδιά σύμφωνα με την όλη διδασκαλία της Αγίας Γραφής είναι ο «έσω» άνθρωπος. Προϋπόθεση για τη δικαίωσή μας είναι η πίστη που γεννιέται και ενυπάρχει στην καρδία μας, στο βάθος της υπάρξεώς μας.
Την πίστη που ενοικεί μέσα μας παρακολουθεί η ομολογία, η οποία δίδεται δια του στόματος. Προηγείται η πίστη και ακολουθεί η ομολογία. Η πίστη αποτελεί το θεμέλιο και η ομολογία αυτό που οικοδομούμε πάνω στο θεμέλιο της πίστεως.
Η εν Χριστώ σωτηρία χρειάζεται και τα δύο, και την πίστη που γεννιέται στην καρδία και την ομολογία δια του στόματος, η οποία εκφράζει έμπρακτα την αγάπη και την αφοσίωσή μας στο Χριστό και το Ευαγγέλιο Του.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 
Η δικαίωση μας προϋποθέτει την πίστη. Όποιος δεν πιστεύει δεν μπορεί και να δικαιωθεί. Οφείλουμε λοιπόν να πιστεύουμε με όλη μας την καρδία στο Χριστό που ο Θεός ανέδειξε Κύριο και Σωτήρα όλων των ανθρώπων.
Πιστεύω στο Χριστό σημαίνει αποδέχομαι και ανταποκρίνομαι στο Ευαγγέλιο της σωτηρίας που Εκείνος ευαγγελίστηκε στους ανθρώπους και οι Απόστολοί του μας μετέδωσαν δια του κηρύγματός τους.
Η δικαιοσύνη που λαμβάνουμε δια της πίστεως είναι η άφεση των αμαρτιών μας, η συμφιλίωση με το Θεό, η ένωση με το Χριστό, η μετοχή στη ζωή και στα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Η ομολογία πίστεως στο πρόσωπο του Χριστού, τη δίνουμε δια στόματος και δεν είναι μια τυπική διακήρυξη των χειλιών. Εκφράζει την καρδία μας. Διερμηνεύει την αγάπη και την αφοσίωση μας προς τον Χριστό. Αποδεικνύει την πιστότητα και την υπακοή μας στο Ευαγγέλιό Του. Ας αξιωθούμε να υπάρξουμε αντάξιοι της αγάπης Του. Γένοιτο.