Gold Cross

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΤΕ ΣΥΝΕΧΩΣ - Γέροντα Γερμανού Σταυροβουνιώτου


«…Αφού συνεχώς αμαρτάνουμε, γι’ αυτό και συνεχώς να προσευχόμαστε! Αν η προσευχή δεν καταλαμβάνει το κύριο μέρος της ζωής μας, τότε ο πνευματικός μας θάνατος είναι βέβαιος…».


Γέροντα Γερμανού Σταυροβουνιώτου

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

12. ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθαίον (19, 16-26)

«…Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νεανίσκος τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. λέγει αὐτῷ· ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι…».

ΑΝΑΛΥΣΗ


Στο σημερινό Ευαγγέλιο έχουμε τη συνάντηση ενός νέου πολύ πλούσιου, «…ἔχων κτήματα πολλά…», με τον Κύριο. Ο νέος παρόλο τον πλούτο του ποθούσε και την αιώνια ζωή, τον Παράδεισο και καταφεύγει στον Κύριο για να καταστήσει σαφές με ποιο τρόπο θα κληρονομήσει την αιωνιότητα.

Παρόλο που φαινομενικά ήταν σε καλό δρόμο, «…πόρρω απείχε από την Αλήθεια...». Ας προσπαθήσουμε να δούμε το γιατί.

    1.   Διχασμένος εσωτερικά

Η αγάπη του νέου δεν ήταν ολοκληρωτική για την αιώνια ζωή. Η αγάπη του ήταν μοιρασμένη στον Θεό και τα υλικά αγαθά και όπως δυστυχώς φαίνεται, πολύ περισσότερο στα δεύτερα. Αυτό είναι αναίρεση της 1ης εντολής, «…ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου…».


Η βασιλεία των ουρανών δεν κερδίζεται με μικρές θυσίες, με κάποιο έργο, που να μην κοστίζει και πολύ. Γι’ αυτό και ο νέος ρωτούσε τον Χριστό, «…τί ἀγαθὸν ποιήσω…», γιατί παρόλο που γι’ αυτόν τηρούσε τις εντολές «…οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν…» εντούτοις η συνείδησή του τον έλεγχε. Ήθελε να κάνει κάτι μικρό, αλλά να μείνει άθικτος ο επίγειος θησαυρός του. Λέγεται δια των πατέρων πως ποθούσε την αιώνια ζωή, όχι για να’ ναι «εν τω Θεώ», αλλά για να απολαμβάνει τα υλικά του αγαθά αιώνια.

Μεταξύ του αιώνιου πλούτου της Βασιλείας του Θεού και του γήινου πλούτου, προτίμησε το δεύτερο.

«…ἀπῆλθε λυπούμενος…» για να μείνει δέσμιος στον εαυτόν του και σ’ αυτά που τον γεμίζουν. Δεν απαρνείται τον παλαιό του εαυτό, δεν έχει εμπιστοσύνη στο Χριστό. Από κάθε άλλη απώλεια, προτίμησε την απώλεια του Χριστού, την άγουσα εις την αιώνια ζωή. Άκουσε τα λόγια του Χριστού αλλά δεν ήθελε να τα εφαρμόσει. Παρέμεινε κάτω από τη σκιά του Εβραϊκού νόμου.

    2.   Η καθοδήγηση του Κυρίου

Ο Κύριος και Θεός μας βλέπει και γνωρίζει ποιο είναι το εμπόδιο του νέου για την κληρονομία της αιώνιας ζωής. Η καρδία του είναι προσκολλημένη στα γήινα και παροδικά και θέλει να την αναγάγει στα θεία και αιώνια. Θέλει να τον βοηθήσει να στρέψει την προσοχή του στον Θεό.

Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει σιγά σιγά ν’ αρχίσει να μειώνει την αγάπη του στα χρήματα και τα κτήματα και να ξυπνήσει μέσα του ο πόθος του Θεού και της Βασιλείας Του. Αυτή η μεταστροφή θα μετατρέψει σιγά σιγά τον πόθο του σε «έρωτα και ακατάσχετη μέθη» στον «Ένα» και τότε το κάθε αδύνατο θα είναι πλέον δυνατό. Η «πυρωμένη» από αγάπη καρδιά του θα είναι το «διαβατήριο» εις την άγουσα αιώνια ζωή.

    3.   Η τελειότητα


«…ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι…»

Με τα λόγια αυτά ο Χριστός μάς τονίζει πως η αιώνια ζωή, δεν είναι μια μεταθανάτια κατάσταση, αλλά η ζωή « εν τω Θεώ», η συνεχής κοινωνία μαζί Του. Το «…ακολούθει μοι…» είναι η αρχή της αιώνιας ζωής.

Το «…ακολούθει μοι…» συνεπάγει όμως και κάποιες προϋποθέσεις:

1. Ο Χριστός δεν μας θέλει διχασμένους, και μοιρασμένους στον κόσμο και σ’ Αυτόν.

2. Το «…ακολούθει μοι…» συνεπάγει ΟΧΙ μικρές θυσίες αλλά ΜΕΓΑΛΕΣ, που στην περίπτωση του νέου είναι η προσφορά του πλούτου του στους πτωχούς. Του λέει να πουλήσει «πάντα», γιατί γνωρίζει ο Κύριος, πως η πολυκτημοσύνη του νέου θα οδηγήσει το νέο  και πάλι να τ’ αυξήσει, και του υποδεικνύει την σωτηρία μέσω της ακτημοσύνης.

3. Το «…ακολούθει μοι…» είναι κάλεσμα του Κυρίου προς όλους, πτωχούς και πλούσιους. Μπορεί και κάποιος να’ ναι πτωχός αλλά να’ ναι προσκολλημένος σε μια «βελόνα», ούτε και αυτός τότε θα κριθεί άξιος. Ο καθένας μας, ας εκμεταλλευτεί τα «τάλαντα» που του έδωσε ο Θεός και ας ενεργήσουμε ανάλογα του σταυρού που μας δόθηκε να σηκώσουμε.

4. Το «…ακολούθει μοι…» περιλαμβάνει και την έσχατη απώλεια, χύσιμο αίματος, φτύσιμο, ονειδισμό, χλευασμό δηλ. τα χνάρια που ο Κύριος διάβηκε. Γι’ αυτό και το «…ακολούθει μοι…» θα μας αναδείξει παιδιά Του, μαθητές Του, αποστόλους Του.

Όσα και αν περάσει ο «δίκαιος» όσες δοκιμασίες και να έχει ποτέ δεν κοιτάει πίσω! Δεν αλλάζει ούτε μια στιγμή της δοκιμασίας του, γιατί ξέρει πως αυτή είναι το μέσω της σωτηρίας του. Είναι το μέσω που θα τον οδηγήσει στον πολυπόθητο Μαργαρίτη, γι’ αυτό δύναται να επωμιστεί τα πάντα.

Όλα αυτά που θεωρητικά μας καταστούν ασφαλή, ας τα ξεκάμουμε και ας ασφαλιστούμε σ’ Αυτόν που τρέφει τα πετεινά και ενδύει τα «κρίνα του αγρού». Για όσα απωλέσουμε θα βρούμε θησαυρό στον ουρανό, εκεί που οι τράπεζες και οι Τρόικες δεν έχουν εξουσία, ούτε ισχύει επί αυτού. Ο Χριστός μας είναι «πλούτος αδαπάνητος και μη κενούμενος» και οι πραγματικά πλούσιοι είναι οι δια Χριστόν πένητες.

Αν επιθυμούμε την σωτηρία μας, ας προσέξουμε να μην κάνουμε την επιλογή του νέου. Ο πλούτος είναι πειρασμός και περισπασμός για όσους θέλουν να σωθούν. Και να μην τα έχουμε ακόμα και η δίψα και η επιθυμία να τ’ αποκτήσουμε μας επιφέρει μεγάλη ζημιά. Ο «έρωτάς» μας στα επίγεια πλούτη δεν απορρέει από τις ανάγκες μας, αλλά από αφροσύνη.

Να πωλήσουμε τα «πάντα» σημαίνει να νεκρωθούμε από καθετί που μας κρατάει δέσμιους. Να απεγκλωβιστούμε από την αμαρτία, να αποβάλουμε τον παλαιό άνθρωπο, για να ζήσουμε με τον Κύριο μας Ιησού, που είναι η αληθινή και η αιώνια ζωή.

Άλλωστε τι μας λένε τα τόσα ωραία νεκρώσιμα τροπάρια?
- Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.
(Ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πράγματα εἶναι παροδικὰ καὶ δὲν ὑπάρχουν μετὰ τὸν θάνατο, οὔτε τὰ πλούτη παραμένουν, οὔτε ἡ δόξα μᾶς συνοδεύει. Διότι ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος ὅλα αὐτὰ θὰ ἐξαφανιστοῦν)

- Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

(Ποῦ εἶναι πλέον ἡ προσπάθεια γιὰ τὰ ὑλικά; Ποῦ εἶναι πιὰ οἱ ἰδέες γιὰ τὰ πρόσκαιρα; Ποῦ εἶναι ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ εἶναι τῶν ὑπηρετῶν τὸ πλῆθος καὶ ὁ θόρυβος; Ὅλα σκόνη, ὅλα τέφρα, ὅλα σκιά.)


Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

10. ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθαίον (17, 14-23)

«…Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται…»

ΑΝΑΛΥΣΗ


Στο σημερινό Ευαγγέλιο, ο Χριστός μας θεραπεύει ένα δαιμονισμένο νέο (παῖς), και τον λυτρώνει από την καταδυνάστευση του άρχοντα του σκότους. Ο νέος ζούσε την εμπειρία του θανάτου αφού ήταν υποδουλωμένος «ψυχή και σώματι» στον άρχοντα του σκότους. Αυτή η υποδούλωση οφείλεται  στο ότι ο νέος δεν είχε καμία προσωπική σχέση με το Θεό. Ούτε πίστευε, μήτε και προσευχόταν, αλλά ούτε και ο πατέρας του πίστευε. Αυτή η αποξένωση ήταν η αιτία της συμφοράς του. Όσο πιο μεγάλη είναι η αποξένωση, τόσο πιο δυνατή είναι η κατάκτηση του διαβόλου.

«…πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ…». Βλέπε μου εδώ το μίσος του διαβόλου για τον άνθρωπο. Αν είχε ακόμα εξουσία θα τον σκότωνε. Είναι τόσο σαδιστής και μισάνθρωπος ώστε όταν ο άνθρωπος πονεί αυτός χαίρεται και πανηγυρίζει. Τα μαρτύρια αυτά εικονίζουν και τα βασανιστήρια που δύναται να πάθει η ψυχή από τα αμαρτωλά πάθη. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος περιγράφει ακόμη ότι τον κτυπούσε, τον τάραζε με σπασμούς, έτριζε τα δόντια και γενικά τον έκανε ξερό και αναίσθητο. Η στέρηση του Θεού είναι η χειρότερη κόλαση. Σ’ αυτήν την στέρηση αποβλέπουν όλες οι προσπάθειες των δαιμόνων.

Ο Χριστός μας επεμβαίνει για να λυτρώσει το παιδί από τον άσπονδο εχθρό, αλλά αφήνει ο βασανισμός να φθάσει στο έσχατο όριο[1], για να φανεί το μέγεθος της κακίας και της έχθρας του διαβόλου, που έχει για μας, ώστε να τον μισήσουμε, να τον αποστραφούμε και να συνάψουμε σχέση αγάπης και κοινωνίας μαζί Του.

    1.   Το θαύμα

Ο Κύριος με τη θεία υπεροχή Του διατάσσει τον άρχοντα του σκότους να εξέλθει αλλά και να μην ξαναμπεί στο νέο. Ο Κύριος εκτός από τον παντοδύναμο Λόγο Του, με τον οποίο θεράπευσε τον νέο, τον φέρνει και σε επαφή με το θεανθρώπινο σώμα Του, να τον συνδέσει μαζί Του και να τον οχυρώσει έναντι του εχθρού.  «…κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη…» γράφει ο Ευαγγελιστής Μάρκος (9, 27) εκφράζοντας με τη χειρονομία αυτή την πατρική αγάπη και στοργή προς το νέο.


Μετά την κακοποίηση και την πικρία του Άδη, έρχεται η θεραπεία, η ανάσταση, η στήριξη, η γλυκύτητα της καρδίας από το Χριστό. Τώρα το πρόβατο δεν είναι μόνο του εκτεθειμένο στο λύκο, έχει «ποιμένα καλόν».

Όπως σχολιάζουν οι Πατέρες, ο Χριστός, όταν έπιασε το παιδί από το χέρι, θέλει να δείξει την βοήθεια που προσφέρει ο Θεός στον αγώνα μας κατά του διαβόλου και του κακού.

Στο θαύμα αυτό βλέπουμε μια προτύπωση της Αναστάσεως του Χριστού. Οι λέξεις «νεκρός, απέθανε» εκφράζουν τη νέκρωση και τον θάνατο από την αμαρτία, προς όλη την ανθρωπότητα, ενώ οι λέξεις «ήγειρεν, ανέστη», προτυπώνουν την ανάσταση, που ο Χριστός θα χαρίσει στον νεκρωμένο άνθρωπο με τη νίκη Του πάνω στην αμαρτία. Μαρ. (9, 26-27). Η εξουσία και η νίκη του Χριστού πάνω στο δαιμόνιο, προτυπώνουν την κατά κράτος ήττα του διαβόλου με την του Κυρίου σταύρωση.

    2.   Προϋποθέσεις για το θαύμα

Α. Το πρώτο πράγμα που απαιτείται και το έχουμε δει και σε άλλες Ευαγγελικές περικοπές για να επιτελεσθεί το θαύμα είναι πίστη. Ο Χριστός μας διδάσκει την ανάγκη την πίστεως σε όσους τον πλησιάζουν. 

Την αδυναμία των Μαθητών να θεραπεύσουν τον δαιμονισμένο, ο Χριστός την αποδίδει στη μεγάλη απιστία του πατέρα. «…Εί δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατα τώ πιστεύοντι…» αν δηλ. πιστεύεις όχι μόνο το δαιμόνιο θα φύγει αλλά και όλα γίνονται κατορθωτά. Στους δε Μαθητές Του πρόσθεσε: «…ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν…». Οι Πατέρες εδώ δίνουν και μια αλληγορική έννοια, που όρος είναι η υπερηφάνεια του διαβόλου που μοιάζει με όρος. Δηλ. αν πιστεύσουν στο Θεό, θα μπορούν να νικήσουν το κράτος του εχθρού και να εκβάλλουν δαιμόνια.

Η πίστη που ζητά ο Χριστός όμως δεν είναι διανοητική, αλλά αυτή που ακολουθείται από τον ορθό τρόπο ζωής, πίστη και ευσέβεια, δηλ. η βιωματική πίστη.

Πίστη θα πει να ζούμε και να είμαστε διαρκώς με το Χριστό, χωρίς κενό, χωρίς διάλειμμα που να διακόπτει τη σχέση. Είναι αυτό που λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «…Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον …». Να έχουμε μνήμη Θεού πιο πολύ απ’ όσο αναπνέουμε και όλη η ζωή μας να είναι τήρηση του άγιου θελήματός Του.

Αυτή η αδιάλειπτη σχέση με το Θεό ήταν παραγγελία του Θεού στο λαό του Ισραήλ από εποχής Παλαιάς Διαθήκης «…Μνησθήσει (=να θυμάσαι) δια παντός Κυρίου του Θεού σου, καθήμενος, πορευόμενος, κοιταζόμενος (=όταν κοιμάσαι) και διανιστάμενος (=όταν σηκώνεσαι) Δευτερονόμιον (6, 7)

Η πίστη πρέπει να είναι μια ζωντανή σχέση που δημιουργεί την εμπιστοσύνη και την αυτοπαράδοση του ανθρώπου στο Θεό.

Απ’ αυτή την αγαπητική σχέση με το Θεό προέρχεται η «άνωθεν κατερχόμενη Χάρις» στην ψυχή του ανθρώπου και αυτή εκβάλλει τα δαιμόνια και κατορθώνει τα πάντα. Η Χάρη αυτή είναι ανάλογη με την πνευματική μας εργασία, «κατά την πίστιν ημών».

Ο Χριστός στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή αποκαλεί τον πατέρα και τους όμοιούς του «…γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…». Γιατί;

Γιατί διέστρεψε την αλήθεια. Έκανε την διεστραμμένη διαπίστωση ότι η μη θεραπεία του παιδιού οφειλόταν στην αδυναμία των μαθητών Του, αλλά το εμπόδιο ήταν η δική του απιστία και αδυναμία. Με την απιστία του, εμπόδιζε τη Χάρη να επενεργήσει και να θεραπεύσει το παιδί του. Γι' αυτό και το θαύμα έγινε όταν ομολόγησε μετά δακρύων «…πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία…» Μαρ. (9, 24)

   Β.  Η προσευχή είναι η δεύτερη προϋπόθεση. Είναι η αρχή της σχέσης και κοινωνίας με το Θεό., ο οποίος δίνει τη νίκη κατά του διαβόλου. Όπως λένε οι Πατέρες η προσευχή είναι η «οδός προς Θεόν», για όσους φυσικά αναζητούν την οδόν αυτή.

Με την προσευχή ξεκινά ο αγώνας σωτηρίας του ανθρώπου, δια της Εκκλησίας, για να επανασυνδεθεί με το Χριστό και να δεχθεί τη Χάρη Του, που είναι το «μέγα φυλακτήριον» κατά του αόρατου εχθρού. Ο διάβολος αποφεύγει να βρίσκεται όπου προφέρεται το όνομα του Ιησού γιατί είναι ως άλλο μαστίγιο που τον μαστιγώνει.

          Γ. Η νηστεία.
Ο Χριστός μας μαζί με την πιστή και την προσευχή πρόσθεσε και τη νηστεία. Πριν έλθει ο Χριστός ποτέ ο διάβολος δεν δοκίμασε ήττα από τη νηστεία. Κανένας δεν την δίδαξε στους ανθρώπους ως όπλο κατά του διαβόλου. Πρωτότοκος αυτής της νίκης είναι ο Θεάνθρωπος, που θέλησε με τη νίκη του αυτή, να δώσει το στεφάνι στην ανθρώπινη φύση, που πήρε από μας. Ο διάβολος βλέποντας την προσευχή συζευγμένη με τη νηστεία, φοβάται, γιατί θυμάται την ήττα, που υπέστη στην έρημο, με το όπλο αυτό.

Με τη νηστεία και την προσευχή ο άνθρωπος, ξεκινά τη ζωή της μετανοίας, ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, γιατί αρχίζει να ποθεί τον Χριστό.

Η απώλεια του Παραδείσου και ο αφανισμός του ανθρώπου, λένε οι Πατέρες, ξεκίνησε με την παράβαση της νηστείας, που όρισε ο Θεός στους πρωτόπλαστους. Με την νηστεία ξεκινά ο άνθρωπος να επανακτήσει τον Παράδεισο που απώλεσε.

Με την πίστη, την προσευχή και τη νηστεία, ο άνθρωπος μνημονεύει του Θεού, επιστρέφει στην αγαπητική σχέση με Αυτόν και λυτρώνεται από το διάβολο.






[1] Όπως αναφέραμε και στο Κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο Θ’ ο Χριστός μας επεμβαίνει σε εκείνο το σημείο που εξαντλούνται όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις, στο επιτίμιο του φόβου και της αγωνίας, και αυτό είπαμε γιατί το κάνει, για να πάρει από τον άνθρωπο πάνω Του, όλο το βάρος του προβλήματος και της δοκιμασίας. Το βλέπουμε και στο σημερινό Ευαγγέλιο που αφήνει να φανερωθεί η θηριωδία του διαβόλου στον υπέρτατο βαθμό της. 

9. ΚΥΡΙΑΚΗ Θ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Ματθαίον (14, 22-34)

«…Τω καιρώ εκείνω, ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους. Και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δέ γενομένης, μόνος ήν εκεί. Το δέ πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ήν, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων’ ήν γάρ εναντίος ο άνεμος. Τετάρτη δέ φυλακή της νυκτός, απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επι της θαλάσσης. Και ιδόντες Αυτόν οι μαθηταί επι την θάλασσαν περιπατούντα, εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστί, και απο του φόβου έκραξαν. Ευθέως δέ ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων” θαρσείτε, εγώ ειμί, μή φοβείσθε. Αποκριθείς δέ Αυτώ ο Πέτρος είπε” Κύριε, ει σύ εί, κέλευσόν με προς σε ελθείν επι τα ύδατα. Ο δέ είπεν” ελθέ. Και καταβάς απο του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επι τα ύδατα, ελθείν προς τον Ιησούν. Βλέπων δέ τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων” Κύριε, σώσόν με. Ευθέως δέ ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ” ολιγόπιστε! Εις τί εδίστασας; Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον, εκόπασεν ο άνεμος, οι δέ εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν Αυτώ λέγοντες” αληθώς Θεού υιός εί. Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γήν Γεννησαρέτ.…»


ΑΝΑΛΥΣΗ

Στο σημερινό ευαγγέλιο (ως συνέχεια του θαύματος του χορτασμού των 5000 ανδρών χωρίς τα γυναικόπαιδα), ο Κύριος μας, αφού απόλυσε το πλήθος, που δεν ήθελε να Τον αποχωρισθεί, «…ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι…».

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε τα εξής:

A. Ο Χριστός μας δεν είχε ανάγκη ν’ αφιερώσει ιδιαίτερο χρόνο για προσευχή, αφού ΟΛΗ η ζωή Του ήταν προσευχή η τέλεια κοινωνία και σχέση με το Θεό Πατέρα (και μάλιστα είναι ο μόνος δεχόμενος τας δικάς μας προσευχάς ως αληθής Θεός). Ούτε και χρειαζόταν να μεταβεί σε ειδικό τόπο για να συναντήσει το Θεό, αφού στην αγία σάρκα Του κατοικούσε ολόκληρος ο Θεός Λόγος, «συν Πατρί και Πνεύματι». Ανεβαίνει στο όρος ως Αρχιερέας όλων, για να μας υποδείξει, ότι στην πραγματοποίηση της καθαράς προσευχής βοηθούν ο έρημος τόπος, δηλαδή η ησυχία και η μόνωση. Είναι τα μέσα εκείνα που μας βοηθούν να υψωνόμαστε υπεράνω των γήινων φροντίδων και των παθών της αμαρτίας, με νουν απερίσπαστο, προκειμένου να συναντήσουμε το Θεό.


Β. Ενώ ο Κύριός μας βρισκόταν στο όρος, οι μαθητές Του, βρίσκονταν επί του πλοίου στη θάλασσα, «…βασανιζόμενον υπό των κυμάτων…», διατρέχοντας μεγάλο κίνδυνο, γιατί ήταν και «…εναντίος ο άνεμος…». Εκτός τούτου, έπλεαν μέσα στη νύχτα. Το σκοτάδι επέτεινε τον φόβο τους και την αγωνία του θανάτου. Διαφορετικά είναι να ταξιδεύει κανείς με το φως και διαφορετικά στο σκοτάδι. Με το φως έχεις κάποια παρηγοριά.

Γ. Σε άλλη περίπτωση που ταξίδευαν με παρόμοιο καιρό, είχαν το Χριστό μαζί τους, που διάταξε να σταματήσει η τρικυμία. Και παρόλο που ήταν μαζί τους ο Κύριος, σκεφτείτε πόσο φοβήθηκαν.

Η δοκιμασία τους είναι αντιπροσωπευτική των δοκιμασιών που περνάει ο κάθε άνθρωπος, για τις οποίες διερωτάται ο καθένας, γιατί ο άνθρωπος να δοκιμάζεται; Από πού προέρχονται οι δοκιμασίες; Γιατί τις επιτρέπει ο Θεός;

    1.   Από πού προέρχονται οι δοκιμασίες

Οι ποικίλες δοκιμασίες, τα δάκρυα και οι στεναγμοί, τα προβλήματα στη ζωή, έχουν όντως πηγή προέλευσης, αλλά αυτή ΠΟΤΕ δεν είναι ο Θεός. Ο Θεός τα πάντα «…λίαν καλώς…» εποίησε, και ουδέν κακόν εποίησε κατά τους Πατέρας, δίνοντας ύπαρξη και ζωή.


Το κακό δεν έχει δική του υπόσταση. Υπάρχει μόνο, τη στιγμή που θα εκλείψει το αγαθό. Το σκοτάδι πχ δεν έχει δική του υπόσταση, υπάρχει ένεκα απουσίας του φωτός. Τα πάθη υπάρχουν γιατί δεν υπάρχει η αγάπη. Αν η αγάπη βασίλευε στη ζωή των ανθρώπων, το ψέμα, το μίσος και γενικά το κακό, δεν θα υπήρχαν στον κόσμο.

Το πιο μεγάλο αγαθό, που είναι και το πιο μεγάλο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, είναι το «μετά του Θεού είναι», να ζούμε δηλαδή και να συνυπάρχουμε, κατά τον τρόπο ζωής των τριών θείων Προσώπων, που είναι η αγάπη, η σχέση και η κοινωνία. Αν η αγαπητική σχέση και κοινωνία με το Θεό γινόταν τρόπος ζωής, η ζωή αυτή θα ήταν ατελεύτητη και αιώνια και ποτέ δεν θα την άγγιζε κανένα κακό,.

Ο διάβολος από το μίσος του προς τον άνθρωπο, αλλά και προς το Θεό, εισηγήθηκε στον άνθρωπο ν’ ανεξαρτητοποιηθεί από το Θεό και από τη σχέση μαζί Του και να επιδιώξει τη θέωση με τις δικές του δυνάμεις, χωρίς το Θεό.

Ο άνθρωπος προτίμησε να χωρισθεί από τον Θεό, για να κερδίσει τον κόσμο! Εδώ βρίσκεται η πηγή παντός κακού, των δοκιμασιών, των θλίψεων, του χάους, που επήλθε στην κτίση ολόκληρη. Η επιδίωξη κατάκτησης του κόσμου, με σκοπό την ικανοποίηση των επιθυμιών της φθαρτής φύσεως, έφερε τις συγκρούσεις και τους πολέμους μεταξύ των λαών.

Δεν υπάρχει τραγικότερη δοκιμασία από την ζωή «άνευ Θεού»!

Επομένως η αιτία των δοκιμασιών και των θλίψεων είναι πνευματική. Όταν η ψυχή παύσει να ζωοποιείται από τη Χάρη, πεθαίνει.

Ο άνθρωπος θυσίασε την αφθαρσία στη φθορά, την αιωνιότητα στην παροδικότητα. Η πατερική διδασκαλία τονίζει πως οποιοδήποτε κακό προήλθε από το «παρακούσαι Θεού». (ιερός Χρυσόστομος).

Πριν από τις ασθένειες του σώματος, προηγούνται τα αμαρτωλά πάθη της ψυχής, που την έκαναν  άρρωστη, εμπαθή, άσχημη. Ο μέγας Βασίλειος τονίζει πως η μεγάλη θλίψη είναι η πολιορκία της ψυχής από τα πάθη, που την αποξένωσαν από το Θεό και την οδήγησαν στο θάνατο.

    2.   Γιατί τις επιτρέπει ο Θεός;

Για σκοπούς παιδαγωγίας τονίζουν οι πατέρες. Για να πάρουμε προσωπική εμπειρία από την πτώση μας και να επιστρέψουμε στη ζωή με το Θεό. Πολλές φορές οι θλίψεις είναι τόσο μεγάλες που ούτε με την βοήθεια των ανθρώπων αλλά ούτε και με την βοήθεια της επιστήμης μπορούμε να τις υπερβούμε.


Είναι ένας τρόπος να επιστρέψουμε στη σχέση αγάπης μαζί Του, γιατί «…τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστίν…».

Όταν βλέπουμε τον εαυτό μας να φθείρεται συνειδητοποιούμε πως όλοι οι θησαυροί του κόσμου καταλήγουν στην φθορά και στο θάνατο. Τότε είναι δυνατό να συνειδητοποιήσουμε πως πέραν τούτοις της ζωής υπάρχει η αληθινή, η αιώνια, η άφθαρτος. Το παν δεν είναι να πεθάνουμε σωματικά – έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να γίνει – αλλά με τη σκέψη του θανάτου, να ζήσουμε με μετάνοια, για να μη πεθάνουμε πνευματικά.

Οι δοκιμασίες χρησιμεύουν ως φάρμακα για θεραπεία των παθών μας, για ανανέωση της πίστεως και της αγάπης μας στο Θεό, ώστε να αποκτήσουμε «μνήμη Θεού» και να Τον επικαλούμαστε διαρκώς.

Ο Χριστός μας και Πατέρας μας, μέσα από τις δοκιμασίες μας, «…συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείας ημών…». Ρωμ. (8, 26) και μας βοηθά μέσα από την προσευχή, την υπομονή και την ελπίδα σ’ Αυτόν να οδεύουμε προς τα άνω.

Αν σηκώσουμε το σταυρό μας, με υπομονή, ευχαριστία και προσευχή, με δοξολογία και εμπιστοσύνη στο Θεό, τότε αυξάνουμε τα στεφάνια μας, γιατί γινόμαστε «κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού». Και εφ’ όσον μετέχουμε στα πάθη Του και τον Σταυρό Του, θα μετάσχουμε και στην Ανάσταση και τη δόξα Του, «…είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν…» Ρωμ. (8, 17)

    3.   Πως αντιμετωπίζονται

Οι δοκιμασίες αντιμετωπίζονται «εν Χριστώ». Όπως ο Χριστός μας επί του Σταυρού έμεινε αχώριστος το Πατρί, μεταποίησε τη λύπη και τον οδύνη σε χαρά, τον «Κρανίου Τόπον» σε παράδεισο, τον θάνατο σε ζωή. Έτσι και εμείς όσο οι δοκιμασίες αυξάνονται και δυσχεραίνουν θα αυξάνουμε και εμείς τη δοξολογία και την ευχαριστία μας στο Θεό, βέβαιοι, ότι «…η λύπη ημών εις χαράν γεννήσεται…».

Οι άγιοι μας δέχθηκαν «εμπαιγμούς, μαστιγώσεις, δεσμά, φυλακίσεις, λιθοβολισμούς, πριονίσθηκαν, θανατώθηκαν με μαχαίρια» και γενικά μαρτύρησαν με τους πιο απάνθρωπους και οδυνηρούς τρόπους, αλλά ποτέ δεν αρνήθηκαν το Χριστό, ΜΗΤΕ ζήτησαν ελαφρότερα μαρτύρια. Εφ’ όσον ο Χριστός μας έπαθε κι αυτοί ήθελαν να πάθουν. Ήθελαν να είναι κι αυτοί κοινωνοί του Σταυρού για να γίνουν κοινωνοί και της Αναστάσεως. Υπέμειναν με καρτερία γιατί αγάπησαν τον Χριστό περισσότερο από τον κόσμο. Θεωρούσαν χάρισμα, όχι μόνο το «εις Αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν».

Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν πως κανείς δεν ανέβηκε στους ουρανούς, περνώντας μέσα από τις ανέσεις.

Ο Θεός για τους εκλεκτούς Του: «…επείρασεν αυτούς και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού…». Ο Θεός δεν εμφανίζεται αμέσως για να γίνει η προσευχή μας και η επιθυμία μας ισχυρότερη και δυνατή. Όταν ο φόβος φθάσει στο απροχώρητο, για την ανθρώπινη αντοχή, εμφανίζεται ο Κύριος και στον υπάρχοντα φόβο, επιτρέπει να προστεθεί και άλλος φόβος. Γιατί;

Την απάντηση θα την πάρουμε από άγια λόγια του ιερού Χρυσόστομου. «…το κάνει αυτό ο Χριστός μας, γιατί πρόκειται να πάρει τα δεινά από τον άνθρωπο, προσθέτει προηγουμένως, άλλα βαρύτερα…».

Αυτό είδαμε και στο σημερινό Ευαγγέλιο. Βλέπουμε τους μαθητές Του, όπως ήταν μέσα στον φόβο και στον πανικό για το αν θα καταφέρουν να σωθούν, είδαν τον Χριστό μας, να βαδίζει πάνω στα κύματα και τον εξέλαβαν ως φάντασμα, και φοβήθηκαν πιο πολύ και άρχισαν να κραυγάζουν.

Ο Χριστός όπως τότε, έτσι και στην ζωή του καθενός από μας, μας φωνάζει «…θαρσείτε, εγώ ειμί, μή φοβείσθε…». Περιπατεί επί τη θάλασσα την αισθητή αλλά και τη νοητή, την «αλμυρά» όπως λένε οι Πατέρες, γιατί είναι γεμάτη με πάθη και συμφορές του βίου που δημιούργησε ο επαναστάτης κατά του Θεού άνθρωπος. Ο Χριστός μας όμως «πάτησε» όλα τα κύματα και τις τρικυμίες και όλα τα δεινά, τα θανάτωσε με τον θάνατό Του.


Όποιος πιστεύει και αγαπά τον Χριστό «υπερβαίνει τις τρικυμίες του βίου, και τις πατάει, όπως ο Χριστός τα κύματα». Όταν λιγόστεψε η πίστη του Πέτρου άρχισε να καταποντίζεται, γιατί δεν είχε τέλεια πίστη.

Ο Χριστός μας όμως δεν τον σταματά, αλλά απευθύνεται σ’ αυτόν και τον αποκαλεί «ολιγόπιστο». Η λύση του προβλήματος δεν είναι η κατάργησή τους, αλλά η ενδυνάμωση της πίστεως, της σχέσεως με το Χριστό, που είναι και ο τελικός σκοπός κάθε δοκιμασίας.

Η κατάληξη του σημερινού Ευαγγελίου, αποτελεί και τον τελικό σκοπό των ανθρώπινων δοκιμασιών. Μετά την παρουσία του Χριστού, κόπασε ο άνεμος και έγινε γαλήνη. Τότε όλοι όσοι βρίσκονταν στον πλοίο, προσκύνησαν Αυτόν λέγοντες «…αληθώς Θεού υιός εί…». Αυτός ο ερχομός, το πλησίασμα της ψυχής μας σ’ Αυτόν, η οικειότης προς τον Χριστό, η ομολογία της Θεότητος Του αλλά και η ευλαβική προσκύνησής Του, αποτελούν τον τελικό σκοπό όλων των δοκιμασιών και των θλίψεων. Γιατί Αυτός είναι ο νικητής του θανάτου, και χάρη στον νικητή του θανάτου θα περάσουμε τη νοητή θάλασσα των πειρασμών και θα φθάσουμε προς τη γη «την εκείθεν του κόσμου ούσαν[1] όπου ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα». (αββάς Ισαάκ)






[1] Που βρίσκεται πέραν αυτού του κόσμου