Gold Cross

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

2. Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ



Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκά. (6, 31 – 36)

«…Εἶπεν ὁ Κύριος· 31 καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.…».

ΑΝΑΛΥΣΗ


Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Κύριος μας καλεί σε μια πνευματικότερη και θεία κατάσταση, «υπέρ φύσιν», πάνω δηλ. από τη φυσική, που είναι οι καθημερινές ανάγκες και επιθυμίες της φύσεως, δηλ. της «κατά σάρκα» ζωής.

Στο σημερινό Ευαγγέλιο μας μιλά για την αρετή της αγάπης, όχι την αγάπη της φύσεως γιατί αυτή όπως τονίζει θα μείνει άμισθη, γιατί είναι αγάπη συμφεροντολογική, σε όσους μας κάνουν καλό, στους «…ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς…».

Μάς μιλά για  εκείνη την αγάπη, που ξεπερνά την ανθρώπινη φύση και αγκαλιάζει ακόμα και τους εχθρούς μας. Αυτή είναι όπως τονίζει η ζωή της Χάριτος. Αυτή αμοίβεται με «…μισθὸς πολύς …» και κάνει τον άνθρωπο «…υἱόν ὑψίστου…».

Σκοπός του σημερινού Ευαγγελίου είναι η διάβαση από τη ζωή της φύσεως στη ζωή της Χάριτος, και αυτό μπορεί να γίνει «δια σταυρού».


      1.   Η ζωή της Χάριτος

Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο φιλάγαθο, φιλάνθρωπο και αμνησίκακο, δηλ. κατ’ εικόνα Του. Αυτά είναι προσόντα που τα έχει ο Θεός σε τέλειο και απόλυτο βαθμό και τα χάρισε και στον άνθρωπο, για να έχει τη δυνατότητα να ζει και να υπάρχει κατά θείο τρόπο όπως και ο Τριαδικός Θεός.

Με τη σχέση αγάπης ανθρώπου προς το Θεό αλλά και στους συνανθρώπους του, μετέχει στον αγαπητικό τρόπο ζωής του Θεού, που είναι αθανασία και αιωνιότητα. Ο άνθρωπος ζει αληθινά, όταν αντλεί ζωή από τη θεία ζωή. Ελευθερώνεται η γήινη φύση από τις δικές της επιθυμίες και εντάσσεται κι αυτή στο θέλημα του Θεού, στον θείο τρόπο ζωής και μετέχει στην αιώνια ζωή. Αυτή είναι η ζωή της Χάριτος στην οποία ο Θεός κάλεσε και τον άνθρωπο να μετάσχει.

Ο Κύριος παραγγέλνει τους ανθρώπους να μη περιορίζουν την αγάπη τους στους «…ἀγαπῶντας αὐτοὺς…» δηλ. σ’ αυτούς που μας αγαπούν, μήτε να κάνουμε το καλό μόνο σ’ αυτούς που μας ευεργετούν, αλλά να αγαπούμε ακόμα και τους εχθρούς μας.

       2.   Η ζωή χωρίς αγάπη

Χωρίς αγάπη ο άνθρωπος, από φιλόθεος γίνεται φίλαυτος, από φιλάνθρωπος γίνεται εγωκεντρικός. Υποδουλώνεται στη φύση και τις ανάγκες της, στην «κατά σάρκα ζωή», όπως ονομάζει την κατάσταση αυτή ο απ. Παύλος.

Όλες οι φυσικές του δυνάμεις, αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση της αυτόνομης ζωής του, της αποκομμένης από το Θεό. Τη θέση του Θεού πήραν τα αμαρτωλά πάθη.

Ο άνθρωπος γίνεται δούλος της αυτόνομης χοϊκής ύπαρξής του, που έχασε την αληθινή ζωή και προσπαθεί απλά να επιβιώσει. Αφού δεν αντλεί δύναμη από το Θεό, προσπαθεί από τους ανθρώπους και τα χρήματα να εξασφαλίσει κάποια επιβίωση, που καταλήγει στη φθορά και στο θάνατο.



       3.   Η αγάπη είναι σταυρός

Ο Χριστός με την ενανθρώπηση Του, πήρε τη χωρισμένη από το Θεό φύση μας, που βρισκόταν στη φθορά και στο θάνατο και την ένωσε με τη θεότητά Του. Ενωμένη με τον Θεό, βρήκε αυτό που έχασε, την «…όντως ζωήν…», που είναι αγάπη και κοινωνία με τον Θεό και τον άνθρωπο.

Ζωή αληθινή, αθάνατη, αιώνια για την ανθρώπινη φύση του Χριστού, είναι η κοινωνία της αγάπης με τον Θεό και τον άνθρωπο. Γι’ αυτό ο Χριστός αγαπά ΟΛΟΥΣ και αυτούς που τον σταύρωσαν και τους συγχωρεί. Αν ενεργούσε σύμφωνα με τις επιταγές της αυτόνομης φύσεως, που αγωνιζόταν για επιβίωση, θα αφάνιζε τους εχθρούς Του. Δεν θα δεχόταν ν’ ανέβει στο Σταυρό, ο ίδιος ο Θεός, ή θα κατέβαινε για να μη πεθάνει, που θα μπορούσε, όπως τον προκαλούσαν οι σταυρωτές Του. Αυτό όμως θα ήταν προτίμηση της επιβίωσης από τη ζωή, δηλ. θάνατος για την ανθρώπινη φύση.

Ο Χριστός δεν θυσίασε την αιώνιο ζωή για την πρόσκαιρη επιβίωση, γι’ αυτό και η ανθρώπινη φύση Του, όταν έπασχε στο Σταυρό, νικούσε το θάνατο. Νικούσε η αγάπη Του στον Πατέρα Του αλλά και στους ανθρώπους, μέσα στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι σταυρωτές Του.

Αν δεν αγαπούσε κι αυτούς θα καταργούσε το «…ο Θεός αγάπη εστίν…». Χάρη στην τέλεια αγάπη Του, δεν είχε εχθρούς, αλλά ασθενείς αδελφούς, αποτυχημένους από την αληθινή ζωή, «…νεκρωμένους τη αμαρτία…», που θυσιάστηκε για να τους αναστήσει. «…Λοιδορούμενος  ουκ αντελοιδόρει…» δηλ. υβριζόταν και δεν ανταπέδιδε τις ύβρεις. Ο Ίδιος ήταν η αγάπη του «…Υιού του Υψίστου…».

Όταν μας παραγγέλνει «…ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες…» δηλ. να αγαπούμε τους εχθρούς μας, αν τους δανείζουμε, να τους ευεργετούμε, χωρίς να περιμένουμε να μας τα επιστρέψουν, θέλει να μας επαναφέρει από την ανυπαρξία στην «Ύπαρξη».

Ο τρόπος αυτός είναι ΣΤΑΥΡΟΣ!

Το ν’ αγαπάς αυτόν που σ’ αγαπά είναι εύκολο. Το ν’ αγαπήσεις τον εχθρό σου, αυτόν που σε μισεί και θέλει να σ’ αφανίσει είναι μαρτύριο. Είναι σταυρός και μαρτύριο να ευεργετείς ανθρώπους που ποτέ δεν σου έκαναν και το πιο μικρό καλό ή ακόμη να σου έκαναν και κακό. Επίσης μαρτύριο είναι να δανείζεις και μάλιστα πολλά και να μη περιμένεις, όχι απλώς τόκους αλλά ούτε και το κεφάλαιο.

Αυτή η απάθεια είναι μέτρο αγιότητας. Είναι η ζωή «υπέρ φύσιν», ισάγγελης ζωής, που το κέντρο του ανθρώπου δεν είναι πλέον στο «εγώ» του, αλλά στο «εμείς». Όλα αυτά όμως είναι μικρά σε σύγκριση μ’ αυτά που θα πάρει από το Θεό. Θα τιμηθεί και θα δοξασθεί με μισθό μοναδικό, θα γίνει «…Υιός του Υψίστους…» και συγκληρονόμος της Βασιλείας Αυτού, γι’ αυτό και υπόσχεται ο Χριστό μας, ότι όσοι το τηρήσουν θα λάβουν «…μισθὸν πολύ…»!


       4.   Εις «…καθ’ ομοίωσιν Θεού…»

Ο Κύριος στο σημερινό Ευαγγέλιο μας προσκαλεί στη θέωση, όχι απλώς να μείνουμε σε κάποια επιτέλεση του καλού, αλλά να γίνουμε «…Υιοί Υψίστου…» κατά χάριν.

Εάν αγαπάμε όσους μας αγαπούν, γινόμαστε όμοιοι με τους ειδωλολάτρες και τους τελώνες. Εάν όμως αγαπάμε εκείνους που συμπεριφέρονται με τρόπο πονηρό απέναντί μας, γινόμαστε όμοιοι με το Θεό Πατέρα μας, που είναι αγαθός και αγαπά τους «αχαρίστους και πονηρούς».

Αν δεν μπορούμε ν’ αγαπούμε τουλάχιστον ας μη μισούμε. Αν δεν μπορούμε να ευεργετούμε τους συνανθρώπους μας, τουλάχιστον ας μην τους αδικούμε. Αν όμως μπορέσουμε να ευεργετήσουμε αυτούς που μας μισούν θα πάρουμε λαμπρότερο στεφάνι, όπως μας διαμηνύει ο ιερός Χρυσόστομος.

Ας κάνουμε αρχή με μικρές θυσίες. Με μικρές απαρνήσεις και απώλειες, χάριν της θείας υιοθεσίας. Ο Χριστός μας διαβεβαίωσε πως για την ελάχιστη «απώλεια», δεν θα χάσουμε το μισθό μας από Θεό Πατέρα μας.


Είθε να ξαναβρούμε το αρχαίο αξίωμα της θείας εικόνας μέσα μας, για να αποφύγουμε τον θάνατο από την απουσία της αγάπης. Αλλά όπως αναφέραμε αυτό είναι ΣΤΑΥΡΟΣ, οδύνη μέσα στο ίδιο το σώμα μας, ανέβασμα πολύ ανηφορικό, κατορθωτό για αυτούς που θα πιστέψουν στα λόγια του απ. Παύλου «…πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ…».


Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

22. ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΤΟ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟ ΘΕΟ;


Μια σκοτεινή νύχτα, έπιασε μια καταιγίδα κάποιον στον δρόμο.
Χτυπάει την πρώτη πόρτα που συναντά.
– Ανοίξτε μου σας παρακαλώ να γλυτώσω από τούτο το κακό.
– Α, δεν μπορώ, λέει μια αυστηρή φωνή από μέσα, εγώ είμαι η «Δικαιοσύνη». Είσαι άξιος της τιμωρίας αυτής. Δικαίως έρχεται στο κεφάλι σου. Εγώ την έστειλα!

Χτυπάει κι άλλη πόρτα παρακεί…
– Άνοιξε μου, λέει, να προφυλαχτώ.
– Εδώ μένει η «Αλήθεια», λέει μια φωνή από μέσα! Ποτέ δεν σου άρεσε η συντροφιά μου. Πώς με θυμήθηκες τώρα;

Κι ο ταλαίπωρος άνθρωπος προχώρησε απελπισμένος.
Χτυπάει τρίτη πόρτα τώρα.
– Άνοιξε μου σε παρακαλώ. Ποιος κάθεται
– Το «Έλεος», απαντά μια πρόθυμη φωνή από μέσα και την ίδια στιγμή η πόρτα ανοίγει. Πέρασε μέσα φίλε μου, του λέει, τόσο καιρό σε περίμενα! Φόρεσε αυτά τα καθαρά, καινούργια ρούχα, για σένα τα έχω, ξεκουράσου τώρα!

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ!!!

Αλήθεια όμως, εμείς έχουμε μετάνοια, ταπείνωση, εξομολογούμαστε τα λάθη μας, πλησιάζουμε την Θεία Κοινωνία, τον ίδιο τον Θεό για να ζητήσουμε συγχώρεση και προστασία και να ξεκουραστούμε κοντά Του, στην στοργική αγκαλιά Του;

ΠΟΘΟΥΜΕ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΝΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ;

Ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας. Εκείνος μας περιμένει…


Ανώνυμου Γέροντα

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

26. Η ΓΚΡΙΝΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ ΤΗ ΨΥΧΗ ΝΑ ΕΛΘΕΙ ΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ


Αγαπητέ μου αναγνώστη σε χαιρετώ σε μια άλλη θεματική ενότητα. Σήμερα θα επιθυμούσα να μιλήσουμε για το θανάσιμο αμάρτημα της γκρίνιας (αχαριστίας).

Από μικρός μισούσα δύο πράγματα την υποκρισία και την προδοσία. Και όταν λέω μισώ αυτές τις δύο αμαρτίες κυριολεκτώ. Στο διάβα της ζωή μου μεγαλώνοντας με την λαϊκή ρήση τα «…άδικα ουκ ευλογούνται…», ξεκίνησε σιγά σιγά να καλλιεργείται μέσα μου, η εκτίμηση για το κάθε τι. Να δοξάζω για το κάθε τι, (πριν όχι τόσο) αλλά με την πάροδο του χρόνου ο λόγος «Δόξα Σοι» κυλούσε άφθονα και άπλετα.

Το «Δόξα Σοι» έγινε τρόπος ζωής, μια όμορφη συνήθεια, που σιγά σιγά απάλειφε την γκρίνια, την κατήφεια και την κακομοιριά. Το «Δόξα Σοι» αντιμετώπιζε τις αναποδιές και τις κατά καιρόν δυσκολίες. Το «Δόξα Σοι» έγινε η ασπίδα μου, το όπλο μου, η σκέπη μου, η παρηγοριά μου. Έγινε λόγος νίκης και ψυχικής ανάτασης.

Με την πάροδο του χρόνου η γκρίνια και η μεμψιμοιρία ξεκίνησαν να μηδενίζονται σε σημείο που ξεκίνησα να τις μισώ. Την συγκαταλέγω πλέον μαζί με την υποκρισία, την προδοσία.

Δεν λέω ότι δεν στεναχωρούμαι, δεν λέω ότι πολλές φορές με πνίγει η αδικία, αλλά αυτά σιγά σιγά με τον καιρό, με τη δοξολογία, ο άνθρωπος τα ξεπερνά και μαθαίνει να μην διαβάλλεται από τίποτα. Αυτό είναι βέβαια και στοιχείο αγιότητας και την στιγμή που οι άγιοι ήσαν άνθρωποι με αδυναμίες σαν και μας, τότε στο χέρι μας είναι να τα καταφέρουμε και εμείς.

Η υποκρισία, η προδοσία και η αχαριστία δεν πρέπει επ΄ ουδενί να αποτελούν μέρος της ζωής μας! Είναι θανάσιμα αμαρτήματα και οδηγούν τον άνθρωπο όλο και βαθύτερα στα απύθμενα σκοτάδια του Άδη.

Η αχαριστία προκαλεί γκρίνια και η γκρίνια αναπαράγει και άλλη γκρίνια. Η κακομοιριά και ο γογγυσμός προκαλούν περισσότερη κακομοιριά, περισσότερο γογγυσμό. Ο ξεπεσμός του ανθρώπου διαιωνίζεται ασταμάτητα και γκρεμίζει οτιδήποτε πνευματικά έκτισε.

Έλεγε γι’ αυτό ο αείμνηστός γέροντας Παΐσιος «…Η γκρίνια οφείλεται στην κακομοιριά και με την δοξολογία την κάνει κανείς πέρα. Η γκρίνια γεννά γκρίνια και η δοξολογία γεννά δοξολογία. Όταν δεν γκρινιάζει κανείς για μια δυσκολία που τον βρίσκει, αλλά δοξάζει τον Θεό, τότε σκάζει ο διάβολος και πάει σε άλλον που γκρινιάζει, για να του τα φέρει όλα ανάποδα. Γιατί, όσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Η γκρίνια έχει κατάρα. Είναι σαν να καταριέται ο ίδιος ο άνθρωπος τον εαυτό του, οπότε μετά έρχεται η οργή του Θεού…»

Φοβερό! Οτιδήποτε έκτισε ο άνθρωπος μέχρι τώρα με τις κατά δοκούν θυσίες του, το χάνει και χρειάζεται ξανά διπλή προσπάθεια να επανέλθει στην τρέχουσα κατάσταση. 


Βλέπετε αγαπητοί μου, στην πνευματική μας ανάβαση για να επιτύχουμε το «καθ’ ομοίωσιν», ο δρόμος είναι ανηφορικός, δύσκολος, γεμάτος σκοπέλους και δοκιμασίες. Ο δρόμος της πτώσης είναι πανεύκολος, είναι κατηφορικός. Όταν ξεκινήσεις να κατρακυλάς, δεν έχει τελειωμό. Η γκρίνια και η κακομοιριά σε πάει στα τάρταρα. Αν το δούμε και με μαθηματική προσέγγιση, αντιλαμβάνεσθε πως για να κινηθείς μια «Α» απόσταση προς τα «άνω» χρειάζεται περισσότερο κόπο παρά για να κινηθείς την ίδια «Α» απόσταση προς τα κάτω.

Ο γκρινιάρης συνέχεια διαμαρτύρεται! Παραπονιέται, του φταίει το καθετί! Ακόμα και στις χαρές γκρινιάζει γιατί μπορεί να ήσαν καλύτερα τα πράγματα. Στις δυσκολίες παρομοίως! «…Εμείς είμαστε παιδιά άλλου Θεού, δεν μας λυπάται;…» και άλλες κοσμοθεωρίες που διαστρεβλώνουν και παραποιούν την αλήθεια.

Όλα αυτά, κατά τον γέροντα Παΐσιο, είναι μεθοδεύσεις του άσπονδου εχθρού, ώστε να κάνει τον άνθρωπο να μην τον ευχαριστεί τίποτα. Θέλει να αποκόψει την δοξολογία του Θεού, να κάνει τον άνθρωπο «…ερήμην Θεού…», ώστε να είναι έρμαιος του διαβόλου και των οργάνων του, και να ποιεί ότι πλάνη του σερβίρουν.

Όταν αφήσουμε το «δόξα Σοι ο Θεός» και το αντικαταστήσουμε με το να γογγύζουμε και με συνεχή νεύρα, τότε προκοπή δεν πρόκειται να δούμε! Το «Δόξα Σοι» πλουτίζει τον άνθρωπο, η γκρίνια τον φτωχαίνει. Μπορεί να ‘χει τα πάντα, αλλά να γκρινιάζει συνεχώς και προκοπή να ΜΗΝ κάνει, ενώ κάποιος που έχει λίγα με την δοξολογία να προκόβει και να μην του λείπει τίποτα!

Δεν γίνεται να τρώμε για πρωινό δημητριακά και να σκεφτόμαστε τί χαβιάρι μπορεί άραγε να τρώει κάποιος γνωστός μας εφοπλιστής, αντί να ευχαριστούμε το Θεό για τις δωρεές που ο ίδιος μας δίνει.

«…Πόσοι άνθρωποι τρώνε μόνον ξερό παξιμάδι, αλλά μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Θεό και τρέφονται με ουράνια γλυκύτητα! Αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν μια πνευματική ευαισθησία και γνωρίζουν τα χάδια του Θεού. Εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί η καρδιά μας έχει πιάσει γλίτσα και δεν ικανοποιούμαστε με τίποτε. Δεν καταλαβαίνουμε ότι η ευτυχία είναι στην αιωνιότητα και όχι στην ματαιότητα…»[1].

Φυσικά ο πατερούλης μου, - πνευματικός μου πατέρας, του οποίου τ’ όνομα δεν θα δημοσιεύσω, αλλά χωρίς αυτόν δεν θα ήταν κατορθωτό αυτή η ιστοσελίδα -  μου δεικνύει, πως καλό είναι να υπάρχει στην ζωή μας και λίγη γκρίνια, γιατί διεγείρει την ευαισθησία του πλησίον σ’ αυτόν που γκρινιάζει και κάτι που αμελούσε ή που σκανδάλιζε τον άλλον, να  είναι αφορμή να προσπαθήσει να μην το ξανακάνει.  

Επίσης η συνεχής γκρίνια κατά οποιουδήποτε ανθρώπου, πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ως ένα είδος δοκιμασίας, μέσα στην οποία δοκιμάζεται ο βαθμός της ταπείνωσης, της υπομονής αλλά και της αγάπης του συνανθρώπου μας. Δεν είναι εύκολο να σου γκρινιάζουν και να σου παραπονιούνται ολημερίς και παράλληλα να προσπαθείς κρατήσεις τις ισορροπίες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά να μπορείς και να έχεις τη δυνατότητα, μέσα σ’ όλα αυτά να δίνεις αγάπη.

Το να υπομένεις τη δοκιμασία είναι θεάρεστο, το να ταπεινώνεσαι και να γίνεσαι έρμαιο της παραλογίας και της γκρίνιας του πλησίον σου είναι οσιακό, αλλά το να μαρτυράς καθημερινά και παράλληλα να αμείβεις τον συνάνθρωπό σου με αγάπη, αυτό είναι ΘΕΙΚΟ, πνέει αγιότητα.

Ανασυνταχθείτε λοιπόν, οι γκρινιάρηδες και οι κατηφείς γιατί δεν είναι εξωτερικό το πρόβλημα, αλλά μήτε πρόβλημα παρανόησης τας «φρένας». Την αρρώστια την έχουμε εσωτερικά μέσα μας και φανερώνεται τότε, πού θα έρθουν οι πειρασμοί και με τη δοκιμασία θα τη φέρουν στην επιφάνεια. Γιατί ποτέ δεν μπορεί να υποστεί βλάβη ο άνθρωπος από άλλον, αν δεν έχει μέσα του αποθηκευμένες τις αφορμές των παθών.

Όπως ο σκόρος τρώει το ρούχο και το σκουλήκι το ξύλο, έτσι και η γκρίνια κατατρώει την ψυχή του ανθρώπου. Πείθει τον άνθρωπο ν' αποφεύγει κάθε καλή πνευματική συναναστροφή, και δεν του επιτρέπει ούτε από γνήσιους φίλους να δέχεται συμβουλή ούτε καλή και ειρηνική απάντηση να τούς δίνει, αλλ' αφού κυριαρχήσει σ' όλη την ψυχή, τη γεμίζει με δυσαρέσκεια και ακηδία. και τότε τη βάζει ν' αποφεύγει τούς ανθρώπους, γιατί γίνονται σ' αυτήν αίτιοι ταραχής.

Ο άνθρωπος που τρέφει τη ψυχή του με την ελπίδα εις το Θεό, τον κάνει πρόθυμο και υπάκουο για κάθε καλό έργο, ευκολοπλησίαστο, πράο, ανεξίκακο, υπομονετικό σε κάθε αγαθό κόπο, αφού παραδίδεται στο Θεό. Με αυτό τον τρόπο γίνονται πια φανεροί οι καρποί του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο, δηλαδή η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η αγαθότητα, η πίστη, η εγκράτεια (βλ. Γαλ. 5:22).

Θυμάστε το θαύμα του Κυρίου στη χώρα των Γαδαρηνών;

Στο θαύμα αυτό, ο Κύριος ελευθέρωσε τον άνθρωπο από τη λεγεώνα των δαιμόνων, και έδωσε συγκατάθεση, μακροθυμώντας και κατά του ίδιου του διαβόλου, επιτρέποντάς τους, να περιέλθουν, αφού εξέλθουν εκ του σώματος του ανθρώπου, εις τους χοίρους.

Μπροστά στη θέα, «…του παραδόξου θαύματος…», οι άνθρωποι της περιοχής, ερχόμενοι προς τον Κύριο, του είπαν να απέλθει απ’ αυτούς, δηλ. να φύγει.

Αυτό είναι πραγματικά κάτι που φέρει συζήτησης και ανάλυσης. Δεν του είπαν ν’ απέλθει γιατί ήσαν αμαρτωλοί, ούτε από ταπείνωση γιατί δεν ήταν άξιοι της τιμής που τους έκανε ο Χριστός με την επίσκεψή Του, αλλά του είπαν ν’ απέλθει γιατί η αλλαγή από το σκοτάδι στο Φως τους ΦΟΒΗΖΕ! Πρωτάκουστο, αλλά αληθινό! Εσείς  αν είχατε να επιλέξετε μεταξύ, σκοτάδι ή φως, τι θα διαλέγατε;

Γιατί να τους γεμίζει με φόβο, την στιγμή που ο δαιμονισμένος, ο οποίος προκαλούσε τρόμο στη γύρω περιοχή, περιφερόμενος εις τα μνήματα, σαν ζωντανός νεκρός, γυμνός και βασανισμένος από τη λύσσα των δαιμόνων, τώρα καθόταν σώφρον, παρά άφρων, δίπλα στο Θεό ευγνωμονώντας και δοξάζοντάς Τον;

Ο Θεός δεν γύρευε τότε, αλλά ούτε και τώρα δούλους! Ο Θεός ζητά συγκληρονόμους, αλλά σου δίνει την ελευθερία να επιλέξεις. Η υπακοή των εντολών του Θεού είναι η ΑΠΟΛΥΤΗ ελευθερία και όχι υποδούλωση.

Η παράδοση στην αγάπη του Θεού μας καθιστά ελεύθερους και σαν ελεύθεροι που είμαστε, επιλέγουμε τη «…χαρά  την πεπληρωμένη…», και όχι το διάβολο και τους πεπτωκοτες άγγελούς του.  Ζώντας και αγωνιζόμενοι εν Θεώ, συνυπάρχει μέσα μας η Χάρις του Θεού, που στις δοκιμασίες μας χαροποιεί, στις δυσκολίες μας ενδυναμώνει, στις κατηγορίες μας εναγκαλίζει, στις αδικίες μας ανυψώνει, στις αρρώστιες μας ιαίνει, και μας βοηθά να σηκώσουμε με περίσσια αυταπάρνηση το σταυρό μας, ΠΑΝΤΑ με χαμόγελο.

Δεν δύναται να λέμε «…Δόξα Σοι…» χωρίς να το εννοούμε! Δόξα τω Θεώ, αλλά δεν γίνεται να συνοδεύεται με ερώτημα γιατί αυτό, μα γιατί εκείνο. Μήπως αυτό φανερώνει υγεία πνεύματος και δεν το αντιλαμβάνομαι; Απεναντίας μάλιστα, ατέλεια υποδηλώνει η γκρίνια και πρέπει να μας προβληματίσει προς αναζήτηση της ρίζας των παθών, που μας καθιστούν υποδουλωμένους, στον μνησίκακο εχθρό μας. Πρέπει να κοιτάξουμε βαθύτατα μέσα μας, ώστε να ξεριζώσουμε κάθε φύσης κακό, και αυτό θα το επιτύχουμε με τη μετάνοια και την εξομολόγηση.

Διαφορετικά όσο περισσότερο γκρινιάζουμε, να ξέρετε τόσο περισσότερο παραμένουμε αιχμάλωτοι των παθών μας, όλο και περισσότερο στηριζόμαστε στα κοσμικά παρά στα πνευματικά, και επίσης καταδεικνύει και πόσο αναζητούμε και επικαλούμαστε το Θεό.

Το «…Δόξα Σοι…» την στιγμή που απονέμει δόξα, ασχέτως αν ο Κύριος και Θεός μας είναι ΑΥΤΑΡΚΗΣ, ΜΕΓΑΣ ήταν, ΜΕΓΑΣ είναι και ΜΕΓΑΣ θα παραμείνει, είτε τον δοξάζουμε είτε όχι, πρέπει να απονέμεται και να εκφωνείται ΕΝΔΟΞΑ. Ούτε με κλάματα, αλλά μήτε μα γιατί Θεέ μου; Διαφορετικά τι σημασία έχει! Δόξα σ’ Αυτόν που τα επιτρέπει, γιατί ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ ο Θεός δεν εργάζεται κατά των ανθρώπων. Εργάζεται υπέρ πάντων ημών που επιθυμούν την σωτηρία τους και ελπίζουν σ’ Αυτόν που είναι η Ανάσταση και η Ζωή.

Η άρνηση και η κατήφεια που συνδυάζεται με γκρίνια, υποδηλώνει επίσης άρνηση της πρόνοιας του Θεού. Υποδηλώνει επίσης άρνηση των ευεργεσιών του Θεού και των προσφορών Του εκάστοτε, ώστε να φέρει τον αγαπημένο του άνθρωπο εις σωτηρία.

Πώς δύναμαι άνθρωπε ν’ αρνηθώ το Θεό; Αρκετά δεν τον σταυρώνουμε καθημερινά με την πληθώρα των αμαρτιών μας, των κακών μας λογισμών, της καταλαλιάς μας, πρέπει και να γκρινιάζω και από πάνω, και να μην ευελπιστώ στη θεία Πρόνοιά Του;

Υπάρχουν επίσης συνάνθρωποί μας, που γκρινιάζουν για το ένα και το άλλο, είτε γιατί θέλουν τα πράγματα μ’ αυτήν την ευταξία, είτε θέλουν και ζητούν κάποια πράγματα με μια συγκεκριμένη σειρά, είτε θέλουν τα πράγματα με το δικό τους τρόπο να γίνονται. Αφού επιπλήξουν τον συνάνθρωπό τους – ασχέτως αν η κρίση τους  είναι σωστή ή λάθος, ανάλογα με την κάθε περίπτωση – την επόμενη που θα προκύψει το ανάλογο θέμα, και ο καημένος συνάνθρωπός τους θα το επιληφθεί το εκάστοτε θέμα με τον ανάλογο τρόπο, όπως του ζητήθηκε, τους ξανά επιπλήττουν και ξαναγκρινιάζουν γιατί το ήθελαν και πάλι διαφορετικά, όπως αρχικά τους το πρόσφεραν. Είναι αυτό που λέμε στην Κύπρο «…δεν βρέθεται η ίσια τους…»! Αυτό αγαπητοί μου φίλοι υποδηλώνει υγεία;

Τα γελάμε πολλές φορές αυτά τα πράγματα, αλλά δυστυχώς υποδηλώνουν πνευματική ατέλεια, και αν δεν συνετιστούμε και έρθουμε εις πνευματική νήψη και εξαγνισμό, δεν θα νοήσουμε την πραγματικότητα, δεν θα έχουμε διάκριση – που είναι ανώτερη απ’ όλες τις αρετές – και θα εμπίπτουμε πολλές φορές στο ίδιο λάθος, γνωριζόμενοι ότι πράττουμε το σωστό.

Θυμάστε τι είπε ο Κύριος στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο αλλά και μέσω του προφήτη Ησαΐα «…επαχύνθη η καρδία του λαού τούτου, και έγειναν βαρέα τα ώτα αυτών, και έκλεισαν τους οφθαλμούς αυτών…». Δηλ. Καρδία πωρωμένη και να ακούει το Λόγο του Θεού δεν θα νοήσει τίποτα! Γι’ αυτό και άλλωστε μιλούσε με παραβολές ο Κύριος, για να τον ακολουθήσουν αυτή που πραγματικά θέλουν να πιστέψουν.

Ας μην τον τιμούμε με τα χείλη, αλλά εκ καρδίας, γιατί ο Κύριος το ΜΟΝΟ που ζητά από μας είναι «…Δος μοι σην καρδίαν…», δηλ. να του δώσουμε την καρδία μας, τίποτα άλλο. Ούτε αυτό-μαστιγώματα, ούτε ακραιότητες με πνευματικές ασκήσεις, που να δείχνουν μια φαινομενική νέκρωση εκ του κόσμου. Τα «άνω» ποθούμε, γι’ αυτό του δίνουμε την καρδία μας, ώστε να εισέλθει θριαμβευτής ο Κύριος της Δόξης. Η έλευσή Του εν ημίν, θα μας επιφέρει και τη λύτρωση. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Θα μας οδηγήσει μετά Αυτός, όπως Εκείνος ξέρει.

Τι είπε ο Κύριος, δια του προφήτου Δαβίδ; «…προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε…» Ψαλ. 33,6. Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα άλλο! Και την δύναμη θα μας δώσει ν’ αντέξουμε, και τον φωτισμό θα μας παρέχει για να έχουμε διάκριση και τα πάντα θα τα φέρει η προστατευτική δεξιά Του. Υπομονή και πίστη.  

Να, καλή ώρα σήμερα - Τετάρτη 22 Σεπ 2017 - γνώρισα ένα κύριο, άγνωστο σ’ εμένα, ο οποίος δεν ξέρω και εγώ πόσες εγχειρήσεις έκανε. Αυτές που συγκράτησα ήταν, εγχείρηση γονάτου στο δεξί πόδι (όλο το γόνατο), εγχείρηση μηνίσκου στο άλλο, εγχείρηση κήλης, εγχείρηση και στα δύο χέρια από κόψιμο, και του ανοίξανε και την κοιλιά του (21 ραφές), για να του καθαρίσουνε τα έντερά του που αντιμετώπιζε κάποιο είδος προβλήματος. Και τι μου απαντάει στο τέλος, μ’ ένα «…Δόξα Σοι ο Θεός…», χωρίς γογγυσμούς, χωρίς γκρίνια, χωρίς οδυρμό που να τον κάνει ν’ αναφωνεί γιατί όλα αυτά σ’ εμένα, χωρίς κλάματα που να τον κάνουν να διερωτάται, δεν με λυπάται εμένα ο Θεός; Και στο τέλος της συζήτησης να μου φανερώνει το μεγαλείο της ψυχής του «…Αν είναι το θέλημα του Θεού ν’ αντέξω, θ’ αντέξω, αν είναι το θέλημα του Θεού να με πάρει, ας με πάρει…».

Το βλέπετε; Τέλεια εναρμόνιση του θελήματος του Θεού, με το δικό του θέλημα! Ούτε πολλές θεολογικές γνώσεις, ούτε ευφράδεια λόγου, μήτε οικονομικά ευκατάστατος (διότι όλες τις εγχειρήσεις του τις έκανε στο δημόσιο, ενώ πολλοί από μας θα καταφεύγαμε σε ιδιώτες γιατρούς ή ακόμα και εξωτερικό). Απλά την κατήφεια την μεταποίησε σε δοξολογία, την κακομοιριά την έκανε ελπίδα, τον πόνο τον έκανε χαρά μ’ ένα «…Δόξα Σοι…»!

Έλεγε κάποτε μια κοπέλα στον πνευματικό του π. Παϊσίου, τον π. Τύχων το Ρώσσο:

- Γέροντα, αισθάνομαι την ανάγκη να λέω περισσότερο το «δόξα σοι ο Θεός» παρά το «Κύριε ελέησον». Μήπως δεν είναι σωστό;

Κοιτάξτε τι όμορφη απάντηση έδωσε ο γέροντας:

Ιερομόναχος Τύχων ο Ρώσος (1884-1968) στη μέση,
και πίσω του ο π. Παΐσιος να προσφέρει νερό,
από τη στέρνα της καλύβης 
«…Καλό είναι αυτό, ευλογημένη. Εγώ μπορεί να περάσω ολόκληρη μέρα κάνοντας εργόχειρο και λέγοντας «…Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός , γιατί ζω. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί θα πεθάνω και θα πάω κοντά στον Θεό. Δόξα σοι Θεός, ακόμη και αν με βάλει στην κόλαση και πάρει έναν κολασμένο στον Παράδεισο. Και εάν θέλει να μη με θυμάται στην κόλαση και λυπάται, ας πάρει πολλούς κολασμένους στον Παράδεισο, ώστε η χαρά Του γι’ αυτούς να είναι περισσότερη και να λιγοστέψει η στενοχώρια Του για μένα…

…Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπει ποτέ από τα χείλη σας. Εγώ, όταν πονάω, το «δόξα σοι ο Θεός» έχω για χάπι του πόνου∙ τίποτε άλλο δεν με πιάνει. Το «δόξα σοι ο Θεός» είναι ανώτερο και από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Το  «Κύριε ελέησον» έχει εκατό δραχμές, το «δόξα σοι ο Θεός» έχει χίλιες δραχμές∙ είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό…».

Κλείνοντας, θέλω να θυμάστε το δαιμονισμένο, που μετά το θαύμα καθόταν σώφρων παρά τω Θεώ, υμνώντας Τον και ευχαριστώντας Τον για το έλεός Του. Πριν η σωφροσύνη του πού ήταν; Γιατί ήταν παράλογος ενώ τώρα αναγνωρίζει τη Θεότητα του Χριστού; Πριν γιατί περιφερόταν εις τα μνήματα, χωρίς ρούχα, προκαλώντας τρόμο και απέχθεια;

Αγαπητοί μου, όσο είμαστε επιρρεπής στην αμαρτία, δίνουμε δικαιώματα στον διάβολο, να χαλιναγωγεί τη ζωή μας και να την κατευθύνει όπως αυτός θέλει. Ας σφίξουμε τα χαλινάρια και ας κατευθύνουμε τη ζωή μας προς το Χριστό, που είναι η απόλυτη ελευθερία και η δική μας Ανάσταση.

Όλοι εμείς οι γκρινιάρηδες, πρέπει να θυμόμαστε πως τώρα που γκρινιάζουμε για το καθετί, χαϊδεύοντας τα δικά μας καπρίτσια και κατά δοκούν καταστάσεις, όταν θα φύγουμε απ’ αυτή την ζωή, όλη η Αλήθεια για το τι ποιήσαμε, ποια είναι η σκοπιμότητα που το ποιήσαμε, γιατί το ποιήσαμε, θ’ απλώνετε γυμνή μπροστά μας, και δεν θα ‘χει «μα και μου»!

Ο ίδιος ο άνθρωπος θ’ αναγνωρίσει από ΜΟΝΟΣ του τα λάθη του και τις κακοήθειές του και δεν θα μπορέσει ν’ αντικρύσει από ΝΤΡΟΠΗ το Χριστό, γιατί λειτουργούσε ενάντια στο θέλημά Του! Ο ίδιος θα ντραπεί να βρίσκεται παρά το Χριστό, όπως το παιδί που πηγαίνει σπίτι μετά από αποτυχία στις εξετάσεις του και θέλει ν’ αποφύγει να βρεθεί αντίκρυ με τον πατέρα του. Έτσι και εμείς οι γκρινιάρηδες, όταν θα απέλθουμε και βρεθούμε ενώπιόν Του, δεν θα ‘χει Κύριε, μα είδες πως με κοίταζε ο τάδε, είδες πως έφτιαχνε τα πράγματά μου, δεν με βοηθούσε κανείς, έπρεπε να φωνάξω, να διαμαρτυρηθώ και άλλες εικασίες, που στο σήμερα αποτελούν προφάσεις και εφησυχάζουν θεωρητικά τη συνείδησή μας. Τότε θα’ ναι αργά, γιατί η γκρίνια δεν είναι και δεν θα είναι χαρακτηριστικό των εκλεκτών.

Ας ανασυνταχθούμε, ας προβληματιστούμε και ας προσευχηθούμε να μας απαλλάξει ο Θεός από την γκρίνια, γεμίζοντας μας, με ανέκφραστη χαρά, που θα μεταποιεί τη θλίψη σε ευχαριστία και δοξολογία, τη θλίψη σε χαμόγελο, γιατί σ’ Αυτόν πρέπει τιμή και δόξα πάντοτε, από του νυν έως του αιώνος.

«…Ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω …» κράζει ο προφήτης Δαβίδ και μας καλεί όλους να πράξουμε το ίδιο. Το κείμενο ολοκληρώθηκε, ανήμερα της εορτής της Σύλληψης του Τιμίου Προδρόμου, βοήθειά μας. Γένοιτο.





[1] Γέροντος Παισίου

6. ΣΤ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΟΥΚΑ


Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκά. (8, 26 – 39)

«…Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ  εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν  Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί,  Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ  Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν  Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ  Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς…».

ΑΝΑΛΥΣΗ


Στο σημερινό Ευαγγέλιο βλέπουμε τον Κύριο μας να εισέρχεται στην «…χώρα των Γαδαρηνών…» δηλ. στην περιοχή γύρω από την πόλη Γάδαρα. Εκεί λοιπόν συνάντησε  άνδρα, όπου έφερε μέσα του «…λεγεών…» δηλαδή ομάδα δαιμονίων, για πάρα πολλά χρόνια. Το σώμα του ήταν κατοικία και έρμαιο των κακών πνευμάτων, όπου των βασάνιζαν ανελλιπώς, κυκλοφορούσε «…ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο…» δηλ. χωρίς ιμάτια – ρούχα και κατοικούσε στα μνήματα. Ήταν ένας άνθρωπος, χωρίς σωφροσύνη, χωρίς καθαρότητα και διαύγεια νου, διότι η ψυχή τε και σώματι είχε αιχμαλωτιστεί, στον μνησίκακο εχθρό του ανθρώπου, το διάβολο. Ζούσε «…ερήμην Θεού…» γι’ αυτό και η εξουσία του διαβόλου, επί του εν λόγω άνδρα, ήταν σε υπέρτατο βαθμό, δεικνύοντας τη θηριωδία, την απανθρωπιά, αλλά και του μίσους του διαβόλου εναντίον του ανθρώπου.

Ο Κύριος μπροστά στη θέα αυτή, της κακοποίησης του πλάσματός Του, απαλλάσσει τον άνθρωπο από την λεγεώνα των δαιμόνων, μακροθυμεί ακόμα και κατά του πλήθους των δαιμόνων, δεν επιτάσσει «…αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν…» αλλά επιτρέπει να εισέλθουν εις την παραπέρα αγέλη των χοίρων.

Ο άνθρωπος κάθεται σώφρων και δέεται και ευγνωμονεί παρά τω Κυρίω, προς την αγάπη και το έλεος που έδειξε ο Κύριος προς αυτόν. Οι δε όμως συντοπίτες του δεν πράττουν το ίδιο.

Φοβούμενοι στη θέα του μεγαλειώδους αυτού θαύματος, ζητούν από το Χριστό μας να «…ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν…», για να συνεχίσουν την «χοιρώδη» ζωή τους βουτηγμένοι μέσα στα πάθη της αμαρτίας – ζητώντας του Χριστού να φύγει, ώστε να συνεχίσουν ανεμπόδιστα τη ζωή που αυτοί είχαν επιλέξει. Τη ζωή του θανάτου.[1]




[1] Ακόμα ένας λόγος που επέτρεψε ο Κύριος να εισέλθουν τα δαιμόνια εις τους χοίρους ήταν γιατί το εμπόριο των χοίρων την τότε εποχή, ήταν παράνομο, με βάση τον Εβραϊκό νόμο. Δηλ. οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής ζούσαν και εργάζονταν παράνομα.

       1.   «…ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν…»

Αυτή η επιλογή της άρνησης, των κατοίκων των Γαδαρηνών, εδράζεται στα πονηρά έργα τους.

Η άνομη ζωή τους είχε διαστρέψει τα κριτήρια της ψυχής τους. Δεν χαίρονται με το θαύμα αλλά «…φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο…» δηλ. τους συνέχει μεγάλος φόβος. Η ειρήνη του Χριστού τούς φόβιζε περισσότερο από το δαιμονισμένο.

Εδώ βλέπουμε μια στάση των κατοίκων αντίθετη στο κάλεσμα της Αγάπης του Θεού.  

Εδώ βλέπουμε μια στάση των κατοίκων αντίθετη στο κάλεσμα της Αγάπης του Θεού. Οι Γαδαρηνοί παρακαλούν το Χριστό να μη μείνει αλλά να φύγει, όχι γιατί διαισθάνονται την αμαρτωλότητά τους και την αναξιότητά τους όπως τον απ. Πέτρο που είπε στον Κύριο «…Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμί, Κύριε…» αλλά και του εκατόνταρχου που τέτοια πίστη θαύμασε ο Χριστός μας, ακούγοντας το λόγο του εκατόνταρχου «…Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθης…». ΌΧΙ δεν ήταν τέτοια η πίστη τους και η πρόθεσή τους. Του ζητούν να φύγει γιατί ήταν ανεπιθύμητος, επικίνδυνος, επιζήμιος.

Ήταν παραδομένοι στον τρόπο ζωής τους, δεισιδαίμονες μάλλον παρά φιλόθεοι. Βλέπουν τους εξωτερικούς κινδύνους, χωρίς να έχουν εσωτερικούς φόβους, δεν ανησυχούν μέσα τους.

Αυτή είναι η κατάσταση που οδηγεί τον άνθρωπο στην αμαρτία. Τον φέρνει σε τέτοια πνευματική κόπωση και ηθική οκνηρία, που δεν είναι ικανός να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, το αγαθό από το κακό. Τον επισκέπτεται ο ίδιος ο Θεός, αυτοπροσώπως, τους δείχνει την αγάπη Του, μα ο άνθρωπος παραμένει «τυφλός», δεν αντιλαμβάνεται την παρουσία Του. Είναι ευχαριστημένος με την κατάστασή του, ικανοποιημένος με τον τρόπο ζωής του.

Η πίστη είναι δωρεά του Θεού αλλά και αρετή. Προσφέρεται από το Θεό, αλλά χρειάζεται η θετική ανταπόκριση της ελευθερίας μας.

Ο δισταγμός προ της επιλογής μας σημαίνει, πως δεν έχουμε ακόμη αποκτήσει γνώση του αγαθού. Βέβαια χωρίς την ελευθερία της εκλογής, δεν φθάνουμε στην τελειότητα της ελευθερίας, που η τελειότητα της ελευθερίας είναι η πιστή τήρηση των εντολών του Θεού. Ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που το θέλημά του συμβαδίζει με το θέλημα του Θεού, και όχι με το δικό του. Η τελειότητα της ελευθερίας είναι να επιλέγουμε αυτόβουλα το θέλημα της αγάπης του Θεού.

Η άρνηση του Χριστού είναι μια αρνητική εκδήλωση της ελευθερίας μας. Αυτοί που επιλέγουν τη στάση αυτή ήδη με την άρνησή τους βρίσκονται έξω από το Σώμα Του, την Εκκλησία.

Η πίστη ποτέ δεν εκβιάζει, αλλά ελευθερώνει και θεραπεύει.

       2.   Η αγάπη και η μακροθυμία του Θεού

Ο Θεός βλέποντας το πλάσμα Του, μακριά από το δρόμο της σωτηρίας, το σπλαχνίσθηκε. Δεν μπορούσε να το βλέπει να βασανίζεται από την θηριώδη κακία των δαιμόνων παρά τη στάση αποστασίας που τον οδήγησε στη ζωή χωρίς Θεό, ζώντας μια επίγεια κόλαση. 

Ο Θεός τον θεραπεύει σπέρνοντας τη πίστη στον πρώην δαιμονισμένο. (Πάντα πριν από την ίαση του σώματος, προηγείται πάντα η ίασης της ψυχής). Η θεραπεία του ήταν μια κλίση του ίδιου του Θεού στο πλάσμα Του. Ο δαιμονισμένος ανταποκρίθηκε.

Ζητούσε από τον Χριστό να τον ακολουθήσει. Ενώ πριν θεραπευτεί, ήταν δέσμιος από τον διάβολο, τώρα ήταν δέσμιος από την αγάπη του θεραπευτή του και ζητά να Τον ακολουθήσει.

Ο Χριστός τον απάλλαξε από την αιχμαλωσία των δαιμόνων, δεν τον υποδούλωσε όμως στον εαυτό του.

Δεν εκμεταλλεύτηκε την ευγνωμοσύνη του για να προσθέσει έναν ακόμα ακόλουθό Του. Τον έστειλε στο σπίτι του κάτι που ήταν σωτήριο για τον ίδιο και τους συμπολίτες του. Τον έκανε απόστολό Του και κήρυκα της αγάπης Του. «…Διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός…». Σ' αυτήν την εντολή υπακούουν και οι Άγιοι της εκκλησίας, όταν μιλούν στον κόσμο.

Κανείς δεν μιλάει θεωρητικά και με στοχασμούς σαν να ήταν η αγάπη του Θεού πλατωνική, αόριστη. Βιωματική, εμπειρική είναι η πίστη μας. Πάμπολλες και αναρίθμητες οι δωρεές του Θεού στον άνθρωπο, μύριες οι ευεργεσίες Του.

Όλα αυτά εμπίπτουν στην σφαίρα της αγάπης του Θεού, όχι για να μας κάνει δούλους Του, αλλά να μας αφυπνίσει και να μας καταστήσει φίλους και συγκληρονόμους Του, δηλ. αληθινά ελεύθερους.

Η απέραντη αγάπη του Θεού επίσης φαίνεται που μακροθυμεί ακόμη και στην ικεσία του διαβόλου, «…καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν…». Ο Θεός της αγάπης και πάλι μακροθυμεί. Εκεί που η τιμωρία φάνταζε σίγουρη, απέναντι στον πολύχρονο βασανισμό του ανθρώπου, εντούτοις τους επιτρέπει να μπούνε στου χοίρους και να μας καταδείξει αλλά και να μας παραδειγματίσει ακόμη μια φορά, πως ο Θεός μπορεί να είναι κοντά μας ανά πάσα στιγμή, αλλά αν επιλέξουμε τη χοιρώδη ζωή, κυλιόμενη μέσα στη λάσπη της αμαρτίας, θα έχουμε τη κατάληξη του θανάτου των χοίρων.

       3.   Τα πάντα στην εξουσία του Θεού

Ο δαιμονισμένος ανήρ, έγινε με το λόγο του και με τη ζωή του μάρτυρας της αγάπης του Κυρίου. Έγινε ένα φωτεινό παράδειγμα στον τόπο του, ο πρώην δαιμονισμένος έγινε φορέας της χάριτος του Χριστού. Αυτός που απέφευγε κάθε ανθρώπινη κοινωνία έγινε κήρυκας της δυνάμεως του Κυρίου.

Όλα αυτά τι μαρτυρούν;

Ότι όλες οι δυνάμεις του σκότους βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο και την εξουσία του Κυρίου. Ο Χριστός μας είναι ο παντοδύναμος εξουσιαστής των πάντων. Μπροστά του τρέμουν οι δαίμονες, εξαφανίζονται. 


Σ’ αυτή λοιπόν τη δαιμονοκρατούμενη εποχή που ζούμε, όπου πολλοί άνθρωποι παραμορφώνονται παρασυρμένοι από την αρπακτική μανία του διαβόλου, εμείς οι πιστοί Χριστιανοί δεν πρέπει να φοβόμαστε, να αγωνιούμε. Στα χέρια του Χριστού είναι η ιστορία του κόσμου και η δική μας. Αυτός κυβερνά τα σύμπαντα, στα χέρια του είναι η ζωή μας. Ο διάβολος δεν έχει καμία εξουσία επάνω μας, εάν εμείς δεν του τη δώσουμε με την συγκατάθεσή μας. Ας εμπιστευόμαστε λοιπόν τη ζωή μας στον βασιλέα της κτίσεως Κύριο Ιησού, ζώντας μέσα στη χάρη των ιερών Μυστηρίων, για να ασφαλιζόμαστε κάτω από την κραταιά εξουσία Tου και να πλημμυρίζουμε από το φως Tου.