Gold Cross

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Λ’. ΔΕΝ ΕΧΩ ΑΝΘΡΩΠΟ



Ο άνθρωπος εκ γενετής, στη «ξενιτιά» ρίχνεται για να ζήσει,
μ’ ελπίδα να γυρίσει στο Θεό, όταν τον κόσμο αφήσει.

Δύσκολα μόνος του μπορεί ο άνθρωπος ν’ αντέξει,
γι’ αυτό  πρέπει τον άνθρωπο ή το Θεό, να επιλέξει.

Μέσα λοιπόν απ’ τη ζωή, με τις δοκιμασίες,
ψάχνω τη συμπαράσταση να βρω, έτοιμος για θυσίες. 



Όπως τη Σαμαρείτιδα και εγώ, θελοτυφλούσα,
συνάμα εν κόσμω και εν τω Θεώ πίστευα ότι ζούσα.

Φίλους αμέτρητους θα βρεις, αν έχεις εξουσία,
γιατί στον κόσμο σήμερα, μόνο το χρήμα, ο μαμωνάς, κατέχει την ουσία.

Μα να στην πρώτη θλίψη μου στον πρώτο οδυρμό μου,
ψάχνω στους φίλους μου να βρω και τον δικό μου οικτιρμό.

Που είστε φίλοι μου καλοί, που είστε λατρεμένοι,
όταν στην πρώτη θλίψη μου φύγατε αλαφιασμένοι;

Και μόνος μου πορεύομαι μες στης ζωή μου τον αγώνα,
τ’ αφήνω όλα πίσω μου σαν τεθλασμένη εικόνα.




Όμως η εν τω κόσμω θλίψη, συχνά πυκνά γεννιέται,
σε απόγνωση τον άνθρωπο οδηγεί, ώστε να τυραννιέται.

Να σου πάλι η στεναχώρια, που ξανά με κυριεύει,
λίγη αγάπη ψάχνω να βρω, αλλά ποιου να περισσεύει;

Για δεύτερη φορά δεν βρίσκω κάποιο χέρι,
να μου πει βάσταξε αδερφέ, σ’ ότι η ζωή και αν φέρει!

Και στα δύσκολα όταν είμαι δίχως χρήμα κι εξουσία,
 δεν με νοιάζεται κανένας, δίχως αδιακρισία.

Και οι συγγενείς ακόμα, που ΄χουνε το αίμα ίδιο,
 επιδεικτικά αγνοούνε, της ζωής μου το μαρτύριο.

Άνθρωπο  λοιπόν δεν έχω, και τον πόνο ν’ απαλύνω,
πώς το δρόμο να περάσω  και το βήμα να ενθαρρύνω;

Νιώθω πλέον μόνος, μέσα στου κόσμου την κραιπάλη,
γιατί ήθελα ανθρώπινη παρηγοριά και όχι τη Θεϊκή αγκάλη.

Δεν θέλω πλέον σ’ άνθρωπο ποτέ να δώσω την καρδιά μου,
θέλω τον Θεό Πατέρα μου, γλυκιά παρηγοριά μου.

Κι ‘ο πονηρός  συνέχεια παραμονεύει,
όταν την εν Χριστώ ζωή ποθώ, μνησίκακα θεριεύει.

Εμπόδια, παγίδες, βάσανα, θέλει τώρα να στρώσει,
την θεϊκή μου κλήση ν’ αρνηθώ και τη ψυχή να θανατώσει.

Κύριε σε λάθος στήριγμα απόθεσα τη ζωή μου,
χωρίς να βλέπω καθαρά πως είσαι η πνοή μου.

Εσύ είσαι Μάνα στοργική, Πατέρας κι αδερφός μου,
 πραγματικό στήριγμα, ο απανταχού Θεός μου.

Κύριε σε κρύβουν από με, της αμαρτίας μου τα βάρη,
αλλά Συ είσαι πάντα εδώ, σε ότι η Ζωή μου πάρει.

Και όταν απελπισμένος πια, το θρήνο ακουμπήσω,
τη βασιλεία Σου εικονώ, τον πόνο να αγνοήσω.

Πληγώνομαι και θλίβομαι που ζούσα μακριά Σου,
στερούμενος την άπειρη γλυκιά παρηγοριά Σου.

Πένης πτωχός μα  πλούσιος πιότερο απ’ τους πλουσίους,
Άσημος ων πιο ένδοξος από τους άρχοντες κυρίους.

Τώρα μπορεί να θλίβομαι μέσα μου να πονάω,
μα στο Θεό αδιάλειπτα μ’ ελπίδα τραγουδάω.

Δεν με μέλει δεν  με σκιάζει, τι θα γίνω δεν με νοιάζει,
έχω πια  τον Κύριο μου, σύμμαχο, πιστό φρουρό.

Το φως Του πάντα  κοινωνώ,  στη σταύρωση μετέχω,
το θέλημα τηρώ και την Ζωή κατέχω.

Θεέ μου Παντοκράτορα, Κύριε Συ των πάντων,
στη θλίψη πρέπει να εργασθώ, μετά πολλών ταλάντων.

Μαζί Σου θε να  πορευθώ, με ζήλο, με καμάρι,
και ας πασχίζει ο πονηρός τη γνώμη να μου πάρει.

Γλυκύτατε μου Ιησού δεν νιώθω πλέον μόνος,
 έρχεσαι αόρατα Εσύ και φεύγει κάθε πόνος.

Έπαψα πια ν΄ αγχώνομαι, την δόξα να γυρεύω
και την αγάπη των θνητών να ψευτοζητιανεύω.

Μόνο μ’ Εσένα Κύριε για πάντα θέλω να’ μαι,
μεσ’ την  φουρτούνα της ζωής πάντα ν’ αναγεννάμε.

Σφίγγω τα δόντια και ας πονώ και στον Θεό πετάω
με τους αγγέλους σμίγομαι και υμνώ δοξολογάω.

 Δεν έχω πλέον άνθρωπο να κλάψω που πονάω
μα έχω την ίδια την Ζωή και σένα αποζητάω

Ποτέ δεν ήμουν μόνος μου και ούτε ποτέ μου θα ‘μαι
γιατί όσοι ζούμε εν τω Θεώ  διαρκώς ομολογάμε.

Θεέ μου για Σένα τώρα ζω, για Σέ τώρα  παλεύω,
μη μου στερείς τη Χάρη Σου γιατί αναθαρρεύω.

Και έτσι παίρνει ο άνθρωπος, εν  τω Χριστώ αγώνα,
δύναμη  πίστη, ελπίδα φως, με τον Χριστό κορώνα.




Αν χωρίς  οικογένεια δε ζεις,
  χωρίς πατρίδα που να ζεις,
 χωρίς Θεό γιατί να ζεις!;


Δεν υπάρχουν σχόλια: