Gold Cross

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

ΛΖ’. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ



Μεσ’ τον αγώνα της ζωής, ρίχτηκα Κύριε να παλέψω,
να εργασθώ εις δόξα Σου, τη χάριτί Σου να διαπρέψω.

Ολημερίς προσεύχομαι, τ’ όνομά Σου, της ζωής μου ασπίδα,
γιατί μου ειρηνεύει την ψυχή, μου δίνει την ελπίδα.

Δοκιμασίες αμέτρητες πολλές, βουνό, θεόρατες,
τις κάνεις Κύριε βατές, ασήμαντες, αόρατες.

Θέλω να κράξω δυνατά, πως άλλο δεν αντέχω,
κι όταν σε βλέπω στο Σταυρό, ξεχνώ κάθε θλίψη μου που έχω.

Ξέρω πως με κρατάς ορθό, μες στης ζωής την ανηφόρα,
γιατί χωρίς εσένα Κύριε, θα είχα πάρει κατηφόρα.

Όπως τον άσωτο υιό, σου ζήτησα το «Επιβάλλον μέρος της ουσίας»,
και είδα την κατάντια μου σε στάση αποστασίας.

Καταποντιζόμουν συνεχώς, μες στις φουρτούνες της ζωής,
και όταν φώναζα βοήθεια, δεν με νοιάστηκε κανείς.

Είδα λοιπόν και απόειδα, για να νοήσω ο αδαής,
πως μέσα του βαθιά την θεία ουσία, πρέπει να έχει ο κάθε ευσεβής.

Τίποτα δεν μπορεί ο άνθρωπος, αν δεν βούλεται Θεός,
βολοδέρνεται σαν αγρίμι, χωρίς ελπίδα αμαρτωλός.

Ο άνθρωπος που πορεύεται και ζει «ερήμην του Θεού»,
ο έρμος γίνεται έρμαιο κι υπόδουλος, του άσπονδου εχθρού.

Θεέ μου τι φοβερή που είν’ η ζωή, χωρίς την δική Σου παρουσία,
φεύγει χάνεται το Φως, χάος, θλίψη, οδυρμός, σκέτη ακυβερνησία.

Που θα βρω ελπίδα Κύριε, χωρίς δικαιοσύνη,
όταν θα ζω χωρίς Θεό την πιο μεγάλη αισχύνη;


Μήπως θα μου την δώσουν οι άνθρωποι, τα κοσμικά δικαστήρια,
που ο κάθε ένας πωλείται σε τούτη την ζωή για «τριάκοντα αργύρια»;

Που κατανόηση θα βρω Κύριε μου τα βράδια,
τα σωθικά μου όταν πονώ και κράζω στα σκοτάδια;

Ποιος θα μου δώσει Πάτερ μου, το καθημερινό κουράγιο,
για να τηρήσω θαρρετά κι επακριβώς, το θέλημα Σου το άγιο;

Έλα Κύριε Πατέρα μου, σαν άλλος Κυρηναίος,
ανασήκωσέ με τον ταλαίπωρο, να γίνω πια γενναίος.

Είμεθα ένα τίποτα, χωρίς τη δική Σου παρουσία,
παλάτια πύργους κτίζουμε, κενά, χωρίς ουσία.

Εις στον σταυρό ανέβασες την αμαρτία όλου του κόσμου,
εις το σταυρό να σταυρωθεί κι ο ρυπαρός, παλιός εαυτός μου.

Το χωρισμό από το Θεό, δεν δύναμαι ν΄ αντέξω,
γιατί από την ίδια τη Ζωή, θα μείνω πια απ’ έξω.

Πως δύναται ο χωρισμός από το θείο καν να νοηθεί,
που η ελπίδα της ψυχής εκεί εδράζεται για να σωθεί;

Αν του παιδιού τον χωρισμό, κλαίμε από τη μάνα,
πόσο θα κλάψουμε, χωρίς «το επουράνιο μάννα»;

Κι αν το παιδί είναι ορφανό από μάνα και πατέρα,
ποιος τα φροντίζει τα ορφανά και νύχτα και ημέρα;

Και αν ο κάθε χωρισμός εις την ζωή, βαθύτατα πληγώνει,
τότε η απουσία του Θεού, σίγουρα σκοτώνει.

Μάταια και επίπονη, η ζωή χωρίς ελπίδα,
κλειδί στο θάνατο μπροστά, αθανασίας ουκ οίδα.

Πόσο πονάω Κύριε που σε σταυρώνω ολημερίς, με την ψηλή μου φιλαυτία,
και Συ μου δείχνεις στο σταυρό, πως η ψυχή κάθε στιγμή, μπορεί να είναι αγία.

Το ξέρω είναι η αγάπη Σου, που μας κρατάει ακόμα,
 γιατί πηλός είν’ ο άνθρωπος, φτιαγμένος από χώμα.

Ω Παντοδύναμε Θεέ, δοξάζω τ’ όνομα Σου,
ανακάλεσε τον δούλο Σου, με το άγιο πρόσταγμα Σου.

Φωνή η ψυχή μου Κύριε, και άκου για Σένα αντηχεί.
κτυπάει την πόρτα Σου να μπει, στο σπίτι Σου να κατοικεί.

Άπλωσε Εσύ το χέρι Σου, φιλεύσπλαχνε Θεέ μου,
το δούλο Σου ανασήκωσε, Σοφέ, Πολυέλεε μου.





Δεν υπάρχουν σχόλια: