Gold Cross

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

6. ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ - ΜΕΡΟΣ Β'

ð  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΘΕΜ. ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Α’ è
πατώντας το "link" ξαναμεταβαίνετε στο Μέρος Α'


Προχώρησε λίγο παρακάτω στο βιβλίο, κάτι διάβασε και έπειτα σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Κτύπησε με το χέρι το μέτωπό Του, σκέπασε με την παλάμη τα μάτια Του, και έμεινε έτσι ακίνητος για πολύ. Ξαφνικά σαν να συνήλθε.
-          Αλήθεια, μονολόγησε. Ο 7ος αυτός αιώνας ξεπέρασε στην αδικία και την πονηρία τους προηγούμενους έξι.

Κοίταξε πάλι πιο κάτω στο βιβλίο και είπε:
-          Οι εθνικοί και τα είδωλά τους γκρεμίστηκαν με το Σταυρό μου και συντρίφτηκαν με τη λόγχη και τα καρφιά που μπήχτηκαν στο ζωηφόρο σώμα μου.

Σώπασε λίγο και ύστερα έσκυψε πάλι στο βιβλίο.
-          Δώδεκα άρχοντες του Μεγάλου Βασιλιά,  είπε, λευκοί σαν το φώς, συντάραξαν τη θάλασσα, εξουδετέρωσαν θηρία, έπνιξαν δράκοντες, φώτισαν τυφλούς, χόρτασαν πεινασμένους, φτώχυναν πλούσιους και προπαντός ψάρεψαν και αναγέννησαν πολλούς ανθρώπους. Μεγάλος ο μισθός τους!

Παρακάτω διάβασε:
-          Εγώ ο αγαπητός, διάλεξα και μάρτυρες για μένα. Η φιλία τους ανέβηκε ως τον ουρανό. Η αγάπη τους έφθασε ως τον Θρόνο μου, ο πόθος τους μπήκε στην καρδιά μου, ο έρωτας τους με φλογίζει, η δόξα μου και η δύναμή μου είναι μαζί τους.

Γύρισε ύστερα πολλά φύλλα και χαμογέλασε:
-          Ο άνθρωπος που κράτησε με ευσέβεια το πηδάλιο της Επτάλοφης και πήρε την βασιλεία της, έγινε υπηρέτης της αγάπης μου, και στάθηκε ζηλωτής και μιμητής μου, γι’ αυτό του πρέπει η βασιλεία των ουρανών.


Μετά πέρασε και άλλα φύλλα βιαστικά, μα σε μια σελίδα στάθηκε και φώναξε:
-          Νύμφη μου πανώρια και πολυτίμητη! Πόσοι κάπηλοι προσπάθησαν να σ’ εξευτελίσουν και να σε ατιμάσουν. Εσύ όμως δεν πρόδωσες εμένα τον μοναδικό εραστή σου. Μύριες αιρέσεις έπεσαν πάνω σου αλλά η πέτρα όπου θεμελιώθηκες δεν σαλεύτηκε γιατί «πύλαι ᾄδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

Προχωρώντας σε επόμενες σελίδες ο Κύριος είπε:
-          Εδώ είναι γραμμένα όλα τα λόγια των ανθρώπων τα καλά και τα κακά, όσα πρόλαβε ο θάνατος να μην έχουν σβηστεί με την μετάνοια. Παρακάτω ήταν γραμμένες κι όλες οι άλλες αμαρτίες τους. Πολλές αναρίθμητες σαν την άμμο της θάλασσας.

Τις διάβαζε ο Κύριος κουνώντας κάθε τόσο το κεφάλι του και βαριαναστενάζοντας ενώ το πλήθος των αγγέλων στεκόταν εκστατικό και έντρομο από την φοβερή εκείνη ανάγνωση.
Είχε φθάσει πια στη μέση του 7ου αιώνα όταν έβγαλε μια φωνή αγανακτήσεως:
-          Φτάνει πια. Τούτο εδώ το τελευταίο βιβλίο είναι γεμάτο από δυσωδία αμαρτιών. Τι ψεύδη, τί κακίες, τί έχθρες, τί φόνοι, βρώμα και ακαθαρσία. Φτάνει θα το κόψω στη μέση να καταργηθεί μια για πάντα η αμαρτία!


Αμέσως έδωσε στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ, το σύνθημα για την Κρίση. Παρευθύς εκείνος πλησίασε με το τάγμα του, τάγμα πολυάριθμο, τόσο που ούτε η γη δεν το χωρούσε. Σήκωσαν τον απερίγραπτο Θρόνο του Κυρίου και αποχώρησαν. Φεύγοντας έψαλλαν:
-          Άγιος, άγιος, Κύριος, φοβερός, μέγας, υψηλός, θαυμαστός και δοξασμένος στους αιώνας των αιώνων!

Ύστερα αποχώρησε ο αρχιστράτηγος Γαβριήλ με το δικό του τάγμα, μελωδώντας δυνατά τον Επινίκιο Ύμνο.
-          Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα της δόξης αυτού!
Και από την φοβερή εκείνη μυριόστομη αγγελική υμνωδία σείονταν ο ουρανός και η γη.


Τρίτος απολύθηκε ο αρχιστράτηγος Ραφαήλ με το δικό του τάγμα ψάλλοντας:
-          Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν!


Τελευταία αποχώρησε η τέταρτη παράταξη. Ο αρχηγός της, Οὐριήλ, ήταν λευκός σαν το χιόνι, ολοφώτεινος σαγηνευτικός, αναχωρώντας έψαλλε κι αυτός ενθουσιαστικά:
-          Θεὸς θεῶν Κύριος ἐλάλησε καὶ ἐκάλεσε τὴν γῆν ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν. Ἐκ Σιών ἡ εὐπρέπεια τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ. Ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ οὐ παρασιωπήσεται. Πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ προπορεύσεται καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφοδρά!



Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλμό. Ενώ οι αξιωματούχοι του αποκρίνονταν:
-     Ἀνάστα ὁ Θεὸς κρίνων τὴν γῆν ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι! Ευλογημένος ο ερχόμενος ότι έρχεται κρίναν την γην και την οικουμένη εν αληθεία και δικαιοσύνη.


Έπειτα έφεραν μπροστά στον Κύριον το δοξασμένο Του Σταυρό, που έλαμπε σαν αστραπή και ευωδίαζε άρρητα. Τον κρατούσαν με πολύ ευλάβεια και τιμή δύο τάγματα, οι Εξουσίες και οι Δυνάμεις. Το θέαμα ήταν φοβερό συγκλονιστικό. Καθώς προχωρούσαν αργά οι δυνάμεις έψαλλαν:
-          Ὑψώσω σὲ ὁ Θεός μου ὁ Βασιλεύς μου καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα και εἰς τὸν αἰῶνα του αἰῶνος!

Και οι εξουσίες αντιφωνητικά έλεγαν:
-          Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἠμῶν καὶ προσκυνεῖν τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι!

Ύστερα δόθηκε Θεία προσταγή και ήρθε πάλιν ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ. Αμέσως εκείνος παρουσιάσθηκε μπροστά στον Κύριο μαζί με ένα άλλο άγγελο, που κρατούσε κάτι σαν τόξο. Ήταν λευκό προς το ρόδινο και στην αρχή του κρεμόταν μια μεγάλη σάλπιγγα. Η σάλπιγγα εκείνη ήταν σκεπασμένη απ’ έξω με χνούδι και από μέσα επιστρωμένη με κάτι σαν στάχτη. Στην εξωτερική της επιφάνεια έγραφε «Ανάστασης των νεκρών» και στην εσωτερική «Ζωή των ευσεβώς κεκοιμημένων».

Την πήρε ο Κύριος στα χέρια Του, σάλπισε τρείς φορές, και είπε τρεις μυστικούς λόγους. Μετά την έδωσε στον αρχάγγελο Μιχαήλ και του είπε:
-          Πάρε τούτη την σάλπιγγα και πήγαινε στο Γολγοθά, όπου άπλωσα στο Σταυρό τα άχραντα χέρια μου. Εκεί να σαλπίσεις τρεις (3) φορές και να περιμένεις.

Έπειτα κάλεσε άλλο τάγμα τις Αρχαίες και λέγει στον αρχηγό τους:
-          Πάρε το ιερό τάγμα σου και σκορπιστείτε σ’ όλο τον κόσμο. Σηκώστε πάνω σε νεφέλες τους Αγίους απ’ την Ανατολή και τη Δύση το Βορρά και το Νότο και φέρτε τους να με προϋπαντήσουν μόλις ακουστεί η σάλπιγγα.


Με ένα άλλο άγγελο πρόσταξε να μεταλλαχτούν ο ουρανός και η γη από την φθορά στην αφθαρσία και να σκοτεινιάσουν ο ήλιος και η σελήνη, να πέσουν τα αστέρια, να ξεραθούν τα ποτάμια και οι θάλασσες και να νεκρωθούν τα πάντα. Έριξε μετά τη ματιά του στη γη ο δίκαιος Κριτής και παρατήρησε προσεκτικά ομίχλη και σκοτάδι παντού, θρήνος και οδυρμός πολύς. Ανθρώπινος φωνές και στεναγμοί από την βαριά τυραννία του σατανά. Φρύαζε και μάνιαζε ο δράκοντας, κατάστρεφε τα πάντα τσαλαπατώντας τα σαν χορτάρι καθώς έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να του ετοιμάζουν το αιώνιο πυρ.

Βλέποντας όλο τούτο το κακό ο Ιησούς καλεί ένα άγγελο φλογερό. Είχε όψη αυστηρή, βλέμμα σκληρό και έκφραση ανελέητη - ήταν ο αρχηγός των αγγέλων που επιβλέπουν τη  φωτιά της κολάσεως -  και του λέει:
-          Πήγαινε και πάρε το ραβδί μου που συντρίβει και δένει. Πάρε και μύριους αγγέλους από το τάγμα σου, τους πιο ικανούς και διαλεκτούς, αυτούς που τάχθηκαν να επιβάλλουν τις τιμωρίες. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, θα βρείτε τα ίχνη του δράκοντα, θα τον αρπάξετε εξουσιαστικά και θα τον δείρετε με τον ραβδί αλύπητα μέχρις να σας παραδώσει το τάγμα των ακαθάρτων πνευμάτων του, και τότε θα τους σφιχτοδέσετε όλους με τη δύναμη του ραβδιού μου και θα τους ρίξετε στα πιο σκληρά βασανιστήρια.

Όταν το αγγελικό τάγμα έφυγε για να συλλάβει τον άρχοντα του σκότους, δόθηκε Θεϊκή προσταγή στον αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει. Απόλυτη σιγή παντού σαν να νεκρώθηκαν τα πάντα.
  • Ακούστηκε το πρώτο (1ο) σάλπιγμα και τα σώματα των νεκρών αποκαταστάθηκαν.
  • Ακούστηκε δεύτερο (2ο) σάλπιγμα και σαν να βγήκε Πνεύμα Κυρίου από τη σάλπιγγα του έβαλλε πάλι κάθε ψυχή μέσα στο νεκρό σώμα της. Δέος και φόβος κυρίεψε κάθε ύπαρξη. Τρόμος και φρίκη απλώθηκαν στα ουράνια και στα επίγεια.
  • Ακούστηκε και τρίτο (3ο) σάλπιγμα φοβερότερο που συγκλόνισε τα σύμπαντα. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα μνήματα, θέαμα φρικτό. Στάθηκαν όλοι όρθιοι και ήταν αναρίθμητοι, περισσότεροι από τους κόκκους που έχει όλο το χώμα της γης.

Συνάμα σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν τα ουράνια αγγελικά τάγματα προς το Θρόνο της ετοιμασίας ψάλλοντας δυνατά:
-          Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ φόβου καὶ τρόμου.

Όλος ο λαός και η αναρίθμητη αγγελική παράταξη στάθηκαν και κοίταζαν ψηλά περιμένοντας με φρίκη και δέος να κατέβει στη γη η Θεία εξουσία. Ξάφνου όμως βροντές και αστραπές έσκισαν τον αέρα ενώ σεισμός τρομερός συγκλόνισε την κοιλάδα της δίκης. Σάστισαν όλοι και άρχισαν να τρέμουν. Το στερέωμα του ουρανού τραβήχτηκε σαν παραπέτασμα, και να, φάνηκε πίσω του ο Τίμιος Σταυρός λάμποντας σαν τον ήλιο και σκορπίζοντας Θεϊκές μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν οι άγιοι άγγελοι ανοίγοντας τον δρόμο για τον Κύριό μας, Ιησού Χριστό, τον Κριτή της οικουμένης.

Σε λίγο ακούστηκε μια μυριόστομη πρωτάκουστη δοξολογία. Σαν τελείωσε ο ύμνος αυτός φανερώθηκε ο Κριτής πάνω στις νεφέλες καθήμενος σε Θρόνο ψηλό και πύρινο και με τις υπέρλαμπρες φλόγες Του κατάκαιγε τον ουρανό και τη γη.

Ξαφνικά μέσα από το πλήθος των αναστημένων νεκρών, μερικοί άρχισαν να αστράφτουν σαν τον ήλιο και να αρπάζονται στον αιθέρα πάνω σε νεφέλες για να συναντήσουν τον Κύριο τους. Οι περισσότεροι όμως αλλοίμονο, έμειναν κάτω. Περνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν να αρπαχτούν κι αυτοί από νεφέλες. Ήταν φαρμακωμένες οι ψυχές τους από τη λύπη και την οδύνη. Έπεσαν στα γόνατα μπροστά στον Κύριο, μα ξανασηκώθηκαν χωρίς αποτέλεσμα. Γύρω από το Θρόνο της ετοιμασίας όπου ήταν καθισμένος ο Μέγας Κριτής παρατάχτηκαν όλες οι ουράνιες δυνάμεις με φόβο και τρόμο. Στα δεξιά Του στάθηκαν όσοι είχαν αρπαχθεί από τις νεφέλες. Οι υπόδουλοι οδηγήθηκαν στα αριστερά Του, ήταν Ιουδαίοι, άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς, βασιλιάδες και πολύ πλήθος μοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασμένοι ταλανίζοντας τους εαυτούς τους και θρηνολογώντας για την απώλειά τους. Στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένα η καταισχύνη, η συντριβή, η αγωνία, η φρίκη. Πένθος βαρύ είχε απλωθεί ανάμεσά τους. (22:46)

Όλοι αναστέναζαν βαθιά, άλλοι βογκούσαν με σπαραγμό, άλλοι οδύρονταν χύνοντας ποτάμι τα δάκρυα και άλλοι είχαν βυθιστεί σε μία απελπισμένη νεκρική σιωπή. Δεν φαινόταν από πουθενά παρηγοριά, από πουθενά ελπίδα, αντίθετα όσοι στέκονταν στα δεξιά του Κριτή ήταν όλοι φαιδροί και φωτεινοί σαν τον ήλιο. Όλοι σεμνοί δοξασμένοι και λαμπεροί σαν το φως. Όλοι φλογισμένοι θαρρείς από μια θεόφωτη αστραπή που τους έκανε να φεγγοβολούν πραγματικά. Αν δεν είναι τολμηρό να το πει κανείς σαν το Κύριο και Θεό Τους.
Παρευθύς ο φοβερός Κριτής έριξε το βλέμμα Του κι απ’ την άλλη μεριά. Στα δεξιά κοίταξε με ικανοποίηση και ένα γλυκό χαμόγελο άνθισε στα χείλη Του. Ύστερα γύρισε σ’ αυτούς που ήσαν στα αριστερά. Αμέσως ταράχτηκε και πήρε βιαστικά τη ματιά Του από πάνω τους.


 Δυνατή και επιβλητική ακούστηκε τώρα η φωνή Του να λέει προς αυτούς:
-          Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασίλειαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρὸς μέ.

Εκείνοι τότε τον ρώτησαν με απορία:
-          Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἤ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δὲ σὲ εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἤ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δὲ σὲ εἴδομεν ἀσθενή ἡ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρὸς σέ;

Κι Αυτός τους αποκρίθηκε:
-          Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφὅσον ἐποιήσατε ἐνῖ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.

Ύστερα στράφηκε οργισμένος στους άλλους στ’ αριστερά Του και τους είπε με αυστηρότητα και αποστροφή:
-          Πορεύεσθε ἀπ’ ἑμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτισατέ με, ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενής καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με.

Παραξενεμένοι και αυτοί τον ρώτησαν:
-          Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα, ἤ διψῶντα ἤ γυμνὸν ἤ ἀσθενή ἤ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμεν σοι;

-          Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἐνῖ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἑμοὶ ἐποιήσατε. Χαθείτε από μπροστά μου, οι εσκοτισμένοι της γης. Στον τάρταρο! Εκεί που είναι ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων! Εκεί που θα τυραννιέστε και θα θρηνείτε αιώνια.

Μόλις ο Κριτής ανήγγειλε την μεγάλη απόφασή Του, ξεχύθηκε ξαφνικά από τα ανατολικά ένας τεράστιος πύρινος ποταμός που κυλούσε ορμητικά προς τη δύση. Ήταν πλατύς σαν θάλασσα. Βλέποντάς τον οι αμαρτωλοί από αριστερά ζάρωναν και κιτρίνισαν από το τρόμο. Αμέσως ο Κριτής πρόσταξε να περάσουν μέσα σ’ αυτό το ποτάμι εκείνοι όλοι δίκαιοι και αμαρτωλοί για να τους δοκιμάσει η φωτιά.

Πρώτα μπήκαν αυτοί που στέκονταν στα δεξιά. Πέρασαν όλοι και δοκιμάστηκαν και βγήκαν σαν χρυσάφι καθαρό μέσα απ’ τις φλόγες. Τα έργα τους όχι μόνο δεν κάηκαν αλλά αποδείχθηκαν πιο λαμπερά και καθαρά με τη δοκιμασία αυτή. Με απερίγραπτη αγαλλίαση είδαν οι δίκαιοι να μην βρίσκεται στα καλά τους έργα κανένας ρίπος.

Μετά ακολούθησαν αυτοί που στέκονταν στα αριστερά για να δοκιμασθούν και τα δικά τους έργα. Μα σαν περνούσαν μέσα από τη φωτιά οι φλόγες τους έκαιγαν επειδή ήταν αμαρτωλοί και τους παγίδευαν καταμεσής του ποταμού. Τα έργα τους λαμπάδιασαν αμέσως σαν άχυρα αλλά τα σώματά τους έμειναν απείρακτα για να καίγονται αιώνια μαζί με το διάβολο και τους δαίμονες. Κανένας τους δεν κατόρθωσε να βγει μέσα από το πύρινο εκείνο ποτάμι. Σαν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας αιχμαλωτίστηκαν όλοι από τη φωτιά. Αφού οι αμαρτωλοί ρίχτηκαν στην κόλαση και πετάχτηκαν από τις φλόγες στους διάφορους τόπους των τιμωριών, ο φοβερός Κριτής σηκώθηκε από το Θρόνο Του και κίνησε για τον επουράνιο νυμφώνα Του.

Τον ακολούθησαν όλοι οι άγιοί του, και τον περικύκλωσαν με φόβο και τρόμο, όλες οι ουράνιες δυνάμεις ψάλλοντας:
-          Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τῶν θεῶν μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους του, ποὺ θὰ ἀπολαύσουν αἰώνια κληρονομιά.

Αυτούς και άλλους υπέροχους ύμνους έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι προξενώντας ανέκφραστη αγαλλίαση σ’ όσους τους άκουγαν. Ψάλλοντας έτσι λοιπόν μπήκαν μαζί με τον Κύριο και τους αγίους του στους επουράνιους θαλάμους του Θεϊκού νυμφώνα σκιρτώντας από χαρά και παρευθύς οι πύλες έκλεισαν.


Τότε κάλεσε ο Ιησούς τους αρχηγούς των αρχαγγελικών ταγμάτων. Πρώτοι παρουσιάστηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, Ραφαήλ, ο Ουριήλ και έπειτα οι άλλοι.


Ύστερα κλήθηκαν οι 12 φωστήρες του κόσμου, οι άγιοι απόστολοι. Ο Κύριος τους χαρίτωσε με δόξα λαμπρή. Τους έδωσε 12 πυρίμορφους και αστροστόλιστους θρόνους και τους έβαλε να καθίσουν κοντά σ’ Αυτόν το δάσκαλό τους με τιμές πολλές. Η δόξα τους ήταν ένα φως αιώνιο απερίγραπτο και απρόσιτο. Οι χιτώνες τους ήταν χρυσοκίτρινοι και αστραφτεροί σαν κεχριμπάρι. Ακόμα και οι αρχάγγελοι τους κοίταζαν με θαυμασμό. Τέλος ο Χριστός τους έδωσε και 12 κρυσταλλόμορφα στεφάνια στολισμένα με πολύτιμες πέτρες που άστραφταν εκτυφλωτικά καθώς τα βαστούσαν ένδοξοι άγγελοι πάνω από τα κεφάλια τους.


Έφεραν μετά μπροστά στον ουράνιο Βασιλέα τους εβδομήντα μαθητές και αποστόλους του. Δόθηκε και σ’ αυτούς όμοιες τιμές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια τους ήσαν λιγότερα λαμπρά από τ’ άλλα των δώδεκα (12).


Έπειτα παρουσιάσθηκαν  οι Άγιοι Μάρτυρες, στρατιά ολόκληρη. Σ’ αυτούς δόθηκε το αξίωμα και η θέση του μεγάλου αγγελικού τάγματος που είχε πέσει από τον ουρανό μαζί με τον εωσφόρο. Αμέσως τους έφεραν αναρίθμητα στεφάνια που ακτινοβολούσαν σαν τον ήλιο και στολίστηκαν μ’ αυτά τα αγιασμένα κεφάλια τους και εκείνοι θεώμενοι χαίρονταν και αγαλιάζονταν ανείπωτα.


Ακολούθησε η ιερή χωρία των αγίων ιεραρχών, ιερέων και διακόνων. Στεφανώθηκαν και αυτοί με στεφάνια αιώνια και αμαράντινα, αλλά διαφορετικά σε λάμψη και δόξα. Ο καθένας ανάλογα με το έργο του, το ζήλο του, την υπομονή και την αγάπη του. Έτσι έβλεπες πολλούς ιερείς να είναι ενδοξότεροι από αρχιερείς, αλλά και πολλούς διακόνους να είναι πολύ λαμπρότεροι από ιερείς και αρχιερείς. Τα πρόσωπα όμως όλων έλαμπαν από τη χάρη την ευφροσύνη και την αγαλλίαση. Σ’ αυτούς μάλιστα παραχωρήθηκε και το νοερό επουράνιο θυσιαστήριο για να τους προσφέρουν αιώνια πια την τέλεια και ευάρεστη στο Θεό θυσία τους.  

ð  ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΘΕΜ. ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Γ’ è

πατήστε το σύνδεσμο για να μεταβείτε στο Μέρος Γ' της θεματικής ενότητας
6. ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Γ'
http://meagapitheou.blogspot.com.cy/2016/07/7_57.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: