Gold Cross

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΜΓ’. Ο ΣΥΓΚΥΠΤΩΝ



Κύριε εγώ είμαι ο «συγκύπτων», εις τη γη περιπλανούμενος,
και από την ουράνια Σου πολιτεία, αγνοούμενος.

Κύριε εγώ είμαι ο «συγκύπτων», από τον εχθρό αποπλανημένος,
και από του θείου Φωτός Σου, στερημένος.

Κύριε εγώ είμαι ο «συγκύπτων», υπό των παθών μου δεμένος,
όπως τον «όφιν» ερπόμενος, και στον Άδη ριγμένος.

Πεθαίνω Κύριε, χωρίς τη Χάρη Σου, ερήμην ζω,
νιώθω θαρρείς, πως μέσα μου, έχω ένα δυσβάσταχτο κενό. 

Επιζητώ διακαώς την παρουσία Σου,
την προστασία που παρέχει η εποπτεία Σου.

Ξάφνου φωνή συνείδησης πάλι η καρδιά μου αφουγκράζεται,
«…ο Θεός των θεών στους καθαρούς αναπαύεται…»

Πως Θεέ μου από «συγκύπτων»,
να προκύψω «ανακύπτων»;

Πως Θεέ μου ο «ερπόμενος»,
να ανανήψω ανυψώμενος;

Πως Θεέ μου από τον Άδη κατερχόμενος,
να οδεύσω εις ουράνια ανερχόμενος;

Ω! σώμα μου, της Χάριτος δοχείο,
 πως έγινες ασθενικό στης αμαρτίας το φορτίο;

Πως κατάντησες τόσο φιλάσθενο, τόσο αδύνατο,
μήπως δεν τρέφεσαι σωστά; Μη μου γίνεις ανίατο!

Για δείξε μου λοιπόν σώμα μου, την ψυχή που φέρεις,
αν είναι λευκή, φανταχτερή, θα έπρεπε να χαίρεις.

Ω! ψυχή μου γιατί κρύβεσαι, γιατί δεν βγαίνεις να σ’ ατενίσω,
τι είναι αυτοί οι μαύροι μώλωπες, που δεν μπορώ να τους μετρήσω;

 Ψυχή μου, του Δημιουργού μου κόσμημα, πως έγινες αμαυρισμένη,
έχασες τη λαμπρότητα σου, γι’ αυτό είσαι ντροπιασμένη;

Ψυχή μου όμορφη, λαμπρή, πανώρια, πως εγίνης;
το φως σου έχασες με μιας, στο σκότος της αισχύνης.

H έλλειψη της λάμψης σου, μου ασθενεί το σώμα,
 μου το κρατά  κατάκοιτο στη γη, είν’ ένα με το χώμα.

Η χλιαρή σου φωτεινότητα, μου αλλοίωσε τη μορφή,
μ’ έκανε πλάσμα ξένο, απ’ του Πατέρα τη στοργή.

Έμεινες πια ατροφική χλωμή και εκ πεσούσα,
το σώμα μου παρέλυσε, γιατ’ είσαι αποστατούσα.

Έλα βρες ψυχή μου πάλι το αρχαίο σου το κάλλος,
 που ο Θεός να δώσει μόνο δύναται, κανένας άλλος.

Βρες την εκλάμψουσα μορφή σου την απαστράπτουσα,
που όταν άγγελοι «εώρακαν», το Θεό δοξάζαν.

Δίψασε ψυχή μου το Θεό, όπως «…ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων…»,
ώστε τις πληγές σου να επουλώσεις, των πολλών πταισμάτων.  

Ζήτα από το Θεό Πατέρα, παιδί Του πάλι να γενείς, 
την εκ πεσούσα σου  ψυχή, πάλι να ορθώσει ο Μονογενής.

Επιδόθου σε θυμιάματα πνευματικά, σε ευχές καλές και καθαρές,
 ώστε ξανά να σου δοθούν, πλούσιες οι πνευματικές χαρές.

Μην ολιγοψυχείς ψυχή μου, μην φοβάσαι,
δεν ξέρει ο Πατέρας τις αδυναμίες σου; γιατί λυπάσαι;

Μήπως σου είπε ο Θεός Πατέρας, να μην τον ενοχλείς;
και στο κάθε αίτημα σου, να ντρέπεσαι να τον καλείς;

Γίνεται ο Θεός Πατέρας να μην σε αγαπά,
που Αυτός ενανθρωπήθηκε, όποιος την πόρτα του κτυπά;

Όπως ανασηκώθηκα, αιτούμενος, να κράξω στο Θεό μου,
τα λόγια του πατρός Ισαάκ, ξυπνούν ξανά στο λογισμό μου.

«…Ο Θεός δεν είναι φοβερός για την Παντοδυναμία Του,
ο Θεός είναι φοβερός για την φιλανθρωπία Του…»

Συγχώρεσε με Κύριε, που στη ζωή μου, συνεχώς σε επικαλούμαι,
είμαι θνητός και ατελής και Σε αποστερούμαι.

Δες με μονάχα σαν  παιδί που κλαίει και λέει Πατέρα,
 Που ΄ναι μικρό αδύνατο και δεν τα βγάζει πέρα!

Αλλά θαρρώ και ελπίζω, Σ’ Εκείνον που μ’ αγαπά,
πως δεν θ’ αφήσει το παιδί Του, άδοξα να καρδιοκτυπά.

Ξέρω πως το έλεος Σου σ’ όλη την Οικουμένη, είναι απλόχερα απλωμένο,
και εις τον κάθε εκ ζητούντα Σε, εκ περισσού δωρούμενο!

Σπεύσε ταχέως ψυχή μου γιατί,
«…ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν…»,
ενώ για τους «συγκύπτοντες» του παραδείσου η πύλη,
θα μείνει ερμητικά κλειστή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: