Gold Cross

Κατηγορίες Θεμάτων

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ 2017

Translate

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

9. ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ

Έλεγαν οι γέροντες τίποτε δεν είναι χειρότερο από την κατάκριση.


 1.               Σε κάποιον αδελφό που έμενε στο κοινόβιο του αββά Ηλίτ, συνέβη κάποτε ένας πειρασμός. Γι’ αυτόν το έδιωξαν από εκεί. Ο αδελφός αυτός κατέφυγε στον αββά Αντώνιο για να τον συμβουλευτεί. Αυτός τον ξανάστειλε στο κοινόβιο απ’ όπου είχε φύγει. Οι πατέρες εκεί τον ξανάδιωξαν και ο αδελφός γύρισε και πάλι στον αββά Αντώνιο, και του είπε: Δεν θέλησαν να με δεχθούν πάτερ. Τον έστειλε πάλι ο γέροντας και τους μήνυσε το εξής: Ένα καράβι ναυάγησε μέσα στο πέλαγος, έχασε το φορτίο του και με κόπο πολύ έφθασε στη στεριά. Και εσείς ότι σώθηκε και έφθασε στη στεριά, θέλετε να το καταποντίσετε; Κι εκείνοι όταν άκουσαν ότι ο αββάς Αντώνιος τον έστειλε, ευθύς τον δέχθηκαν.

 

2.               Ο αββάς Αντώνιος προφήτευσε στον αββά Αμμωνά και είπε: Θα προκόψεις στο φόβο του Θεού. Τον έβγαλε έξω από το κελί, του έδειξε μια πέτρα και του είπε: Βρίσε αυτή την πέτρα και κτύπησε την. Και το ‘κανε. Τον ρωτάει ο αββάς Αντώνιος: Μήπως μίλησε η πέτρα; Όχι, απάντησε εκείνος. Και συ, - του είπε ο αββάς Αντώνιος – πρόκειται να φθάσεις σ’ αυτό το μέτρο, όπως και έγινε. Πρόκοψε ο αββάς Αμμωνάς τόσο πολύ, ώστε από πολύ αγαθότητα να μη μπορεί να διακρίνει πια την κακία.  

 

3.               Πήγε κάποτε ο αββάς Αμμωνάς σε κάποιον τόπο για να γευματίσει. Εκεί κοντά ήταν κι ένας αδελφός που είχε κακή φήμη. Συνέβη μάλιστα να πάει και να μπει στο κελί του αδελφού η γυναίκα για την οποία τον κακολογούσαν. Οι κάτοικοι της περιοχής μόλις το έμαθαν, ξεσηκώθηκαν και πήραν την απόφαση να διώξουν το μοναχό από το κελί. Και όταν πληροφορήθηκαν ότι ο επίσκοπος Αμμωνάς ήταν στην περιοχή τους, πήγαν και τον παρακάλεσαν να πάει μαζί τους. Σαν τα’ μαθε αυτά ο αδελφός, πήρε τη γυναίκα και την έκρυψε μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι. Κατέφθασε το πλήθος και ο αββάς Αμμωνάς αντιλήφθηκε τι συνέβη, αλλά χάριν του Θεού σκέπασε το γεγονός. Μπήκε λοιπόν στο κελί του αδελφού, κάθισε πάνω στο πιθάρι και διέταξε να ερευνήσουν το κελί. Όταν όμως έψαξαν και δεν βρήκαν τη γυναίκα, τους είπε ο αββάς Αμμωνάς: Τι συμβαίνει λοιπόν; Ο Θεός να σας συγχωρήσει. Και αφού προσευχήθηκε απομάκρυνε τον κόσμο. Έπιασε τότε από το χέρι τον αδελφό και του είπε: Πρόσεχε τη ψυχή σου αδελφέ[1]. Και με τον λόγο αυτό έφυγε.

 

4.               Ένα αδελφό που είχε πέσει σε κάποιο αμάρτημα τον απομάκρυνε ο πρεσβύτερος από την εκκλησία. Σηκώθηκε τότε ο αββάς Βησσαρίων και βγήκε μαζί του λέγοντας: Κι εγώ αμαρτωλός είμαι.

 

5.               Είπε ο αββάς Ησαΐας: Εάν σου έρθει λογισμός να κατακρίνεις τον πλησίον για κάποιο αμάρτημά του, πρώτα να σκεφθείς ότι εσύ είσαι περισσότερο αμαρτωλός απ’ αυτόν και εκείνα που νομίζεις ότι σωστά τα κάνεις, μην πιστέψεις ότι ήσαν αρεστά στον Θεό. Και έτσι δεν θα τολμήσεις να καταδικάσεις τον πλησίον. Είπε επίσης: Εάν δεν κατακρίνεις τον πλησίον αλλά εξουθενώνεις τον εαυτό σου, παρέχεις ανάπαυση στη συνείδησή σου.

 

6.               Πήγε κάποτε ο αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος σε κάποιο κοινόβιο και είδε ένα αδελφό να σφάλλει και τον κατάκρινε. Όταν επέστρεψε στην έρημο, ήλθε άγγελος Κυρίου και στάθηκε στην πόρτα του κελιού του και του είπε: Δεν σου επιτρέπω να μπεις. Κι εκείνος παρακαλούσε κι έλεγε: Τι συμβαίνει: Αποκρίθηκε ο άγγελος και του είπε: Ο Θεός με έστειλε λέγοντας: Πες του: που προστάζεις να βάλω τον αδελφό που έσφαλε και τον καταδίκασες;. Ευθύς μετανόησε ο αββάς και είπε: Αμάρτησα, συγχώρεσε με. Και ο άγγελος του είπε: Σήκω, σε συγχώρεσε ο Θεός. Και στο εξής να προσέχεις να μην κρίνεις κανένα, προτού τον κρίνει ο Θεός[2].

 

7.               Κάποιος αδελφός της Σκήτης κάποτε έσφαλε. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωυσή αλλ’ αυτός δεν θέλησε να πάει. Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: Έλα γιατί σε περιμένουν όλοι. Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε άμμο. Οι πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: Τι είναι αυτό πάτερ; Οι αμαρτίες μου, που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω. Και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου. Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν.

 

8.               Έλεγε ο αββάς Μωυσής ότι οφείλει ο άνθρωπος να είναι νεκρός έναντι του πλησίον ώστε να μην τον κρίνει για τίποτε. Είπε επίσης: Όλος ο αγώνας πρέπει να αποβλέπει στο να μην κρίνουμε τον πλησίον. Γιατί όταν το χέρι του Κυρίου φόνευσε όλα τα πρωτότοκα στη χώρα της Αιγύπτου, δεν έμεινε σπίτι που να μην είχε νεκρό[3]. Τον ρωτάει ο αδελφός: Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Σημαίνουν ότι, εάν όλα εκείνα που μας εμποδίζουν, μας αφήσουν να δούμε τις αμαρτίες μας, δεν θα βλέπουμε τις αμαρτίες του πλησίον, άλλωστε είναι ανοησία, ενώ έχει δικό του νεκρό ο άνθρωπος, να τον αφήσει και να πάει να κλάψει τον νεκρό του πλησίον.

Και το να πεθάνεις έναντι του πλησίον σημαίνει να έχει μπροστά σου τη δική σου αμαρτία και να μην έχεις μέριμνα για κανένα άνθρωπο ότι αυτός είναι καλός ή εκείνος είναι κακός. Μην κάνεις κακό σε κανένα άνθρωπο, ούτε να σκέφτεσαι πονηρά για κανένα. Μην εξευτελίσεις κάποιον που κάνει το κακό αλλά και να μην συμφωνήσεις με εκείνον που κάνει κακό στον πλησίον ούτε να χαίρεσαι μ’ αυτόν που βλάπτει τον πλησίον. Αυτό σημαίνει το να είμαστε νεκροί έναντι του πλησίον.

Μην κατηγορήσεις κανέναν, να λες: Ο Θεός γνωρίζει τον καθένα. Και να μη συμφωνήσεις μ’ αυτόν που κατηγορεί, να μη χαίρεσαι που κατηγορεί αλλά ούτε και να τον μισείς. Αυτό είναι το νόημα του να μην κρίνουμε.

Μην εχθρεύεσαι κανέναν άνθρωπο και να μην κρατήσει έχθρα μέσα στην καρδιά σου αλλά μη μισήσεις και αυτόν που εχθρεύεται τον πλησίον. Αυτή είναι η ειρήνη. Να παρακινείς τον εαυτό σου σ’ αυτά. Ο κόπος είναι προσωρινός, ενώ η ανάπαυση είναι αιώνια με τη χάρη του Θεού Λόγου. Αμήν.

 

9.               Ρώτησε ένα αδελφός τον αββά Ποιμένα: Εάν δω κάποιο σφάλμα του αδελφού μου, είναι καλό να το σκεπάσω; Κι ο γέροντας απάντησε: Όποια ώρα σκεπάσουμε το σφάλμα του αδελφού μας, σκεπάζει και ο Θεός το δικό μας. Και όποια ώρα θα φανερώσουμε του αδελφού το σφάλμα, θα φανερώσει και ο Θεός το δικό μας.

 

10.            Είπε ο αββάς Ποιμήν: Έχει γραφεί αυτά που είδες με τα μάτια σου, αυτά να μαρτυρήσεις. Εγώ όμως σας λέω ότι κι αν ακόμη ψηλαφήσετε με τα χέρια σας, μη μαρτυρήσετε. Ένας αδελφός εμπαίχθηκε ( από το διάβολο ) σε μια τέτοια περίπτωση. Είδε τάχα ότι ο αδελφός του αμάρτανε με μια γυναίκα. Και αφού μέσα ου έγινε μεγάλος πόλεμος, πήγε και τους σκούντησε με το πόδι του, νομίζοντας ότι αυτοί είναι και τους είπε: Σταματήστε λοιπόν. Ως πότε; Και διαπιστώνει τότε ότι ήταν τα δεμάτια από στάχυα σιταριού. Γι’ αυτό σας είπα ότι και με τα χέρια σας ακόμη αν ψηλαφήσετε, μην ελέγξετε.

 

11.            Ρώτησε ένα αδελφός τον αββά Ποιμένα: Τι να κάνω που όταν πάω να κάνω την πνευματική μου εργασία με κυριεύει η αμέλεια; Κι ο γέροντας του είπε: Να μην εξευτελίσεις κανέναν ούτε να τον κατακρίνεις. Κανέναν να μην κατηγορήσεις και ο Θεός θα σου δώσει ανάπαυση και η πνευματική σου εργασία θα γίνεται ήρεμα.

 

12.            Είπε ο αββάς Παφνούτιος: Περπατώντας κάποτε στο δρόμο χάθηκα λόγω της ομίχλης και βρέθηκα κοντά σε μια κωμόπολη. Και είδα κάποιους να ασελγούν μεταξύ τους. Στάθηκα τότε και προσευχήθηκα για τις αμαρτίες μου. Και να, ένας άγγελος ήλθε κρατώντας ξίφος και μου είπε: Παφνούτιε, όλοι εκείνοι που κρίνουν τους αδελφούς τους μ’ αυτό το ξίφος θα θανατωθούν. Εσύ όμως επειδή δεν έκρινες αλλά στάθηκες ταπεινός μπροστά στον Θεό σαν να έκανες εσύ την αμαρτία, γι’ αυτό τον λόγο το όνομά σου έχει γραφεί στο βιβλίο της ζωής[4].

 

13.            Ήταν κάποτε ένας γέροντας που έτρωγε καθημερινά 3 παξιμάδια. Τον επισκέφθηκε κάποιος αδελφός και όταν κάθησαν να φάνε, έβαλε και για τον αδελφό 3 παξιμάδια. Είδε κατόπιν ο γέροντας ότι ο αδελφός είχε ανάγκη να φάει περισσότερο και του έφερε άλλα 3. Αφού χόρτασαν και σηκώθηκαν, κατέκρινε ο γέροντας τον αδελφό και του ‘πε: Δεν πρέπει αδελφέ, να υπηρετούμε τη σάρκα μας. Και ο αδελφός έβαλε μετάνοια στον γέροντας και έφυγε.

Την επόμενη ημέρα όταν έφθασε η ώρα για φαγητό, έβαλε ο γέροντας τα 3 παξιμάδια για τον εαυτό του. Αλλά αφού τα έφαγε, αισθάνθηκε πάλι να πεινά αλλά συγκρατήθηκε. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο έπαθε. Και άρχισε να αισθάνεται εξάντληση. Κατάλαβε ο γέροντας ότι τον εγκατάλειψε ο Θεός και ρίχνοντας τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, άρχισε να παρακαλεί μετά δακρύων για την εγκατάλειψη που του έγινε.

Και βλέπει ένα άγγελο που του είπε: Αυτό σου συνέβη, επειδή κατέκρινες τον αδελφό. Να ξέρεις λοιπόν ότι αυτός που μπορεί να εγκρατεύεται ή να κάνει κάποιο άλλο καλό, δεν το κάνει με δική του δύναμη, αλλά η αγαθότητα του Θεού είναι που ενισχύει τον άνθρωπο.

Έλεγαν οι γέροντες τίποτε δεν είναι χειρότερο από την κατάκριση.

 

14.            Σε κάποιον αναχωρητή πήγαινε ένας πρεσβύτερος και του έκαμνε τη Θεία Λειτουργία. Κάποιος όμως πήγε και τον κατηγόρησε στον αναχωρητή. Και όταν πήγε ο πρεσβύτερος κατά τα συνηθισμένα να επιτελέσει τη Θεία Λειτουργία, ο αναχωρητής, καθώς ήταν σκανδαλισμένος, δεν του άνοιξε και ο πρεσβύτερος έφυγε. Την ώρα εκείνη ακούσθηκε μια φωνή που του είπε: Μου πήραν οι άνθρωποι τη δικαστική μου εξουσία. Και ήρθε σε έκσταση και βλέπει ένα πηγάδι χρυσό και κάδο χρυσό με σχοινί χρυσό και νερό πάρα πολύ ωραίο. Βλέπει όμως και κάποιο λεπρό που αντλούσε νερό και το άδειαζε. Και ενώ ήθελε να πιει δεν έπινε, γιατί αυτός που αντλούσε ήταν λεπρός. Και να η φωνή πάλι που του ‘λεγε: Γιατί δεν πίνεις απ’ το νερό; Τι σημασία έχει που είναι λεπρός αυτός που το αντλεί; Αυτός αντλεί και το αδειάζει. Μόλις συνήλθε ο αναχωρητής από την έκσταση και κατάλαβε το νόημα της οπτασίας, κάλεσε τον πρεσβύτερο και όρισε να του κάνει την Θεία Λειτουργία, όπως και πιο μπροστά.

 

15.            Σε κάποιον κοινόβιο δύο αδελφοί έφθασαν σε μεγάλα μέτρα αρετής και έγιναν άξιοι να βλέπει ο καθένας κάποια χάρη του Θεού στον αδελφό του. Συνέβη κάποτε ο ένας απ’ αυτούς να βγει από το κοινόβιο και ήταν Παρασκευή. Και είδε κάποιον να τρώει, ενώ ήταν πρωί και του λέει: Τρως αυτή την ώρα και μάλιστα Παρασκευή; Την επόμενη μέρα έγινε σύναξη κατά τα συνηθισμένα και όταν έπεσε το βλέμμα του αδελφού του επάνω του, είδε ότι απουσίαζε η χάρη και λυπήθηκε. Όταν επέστρεψαν στο κελί, τον ρωτάει: Τι έκανες αδελφέ; Δεν είδα τη Χάρη του Θεού επάνω σου όπως πριν. Κι αυτός είπε: Ούτε για πράξη ούτε για σκέψη δεν μου καταμαρτυρεί η συνείδησή μου κάτι το πονηρό. Τον ρωτάει πάλι ο αδελφός: Ούτε μίλησες σε κανέναν; Τότε θυμήθηκε και του είπε: Χθες είδα κάποιον να τρώει έξω από το κοινόβιο πρωί και του είπα: Τέτοια ώρα τρως μάλιστα και Παρασκευή; Αυτή είναι η αμαρτία μου. Κόπιασε σε παρακαλώ, και εσύ μαζί μου δύο εβδομάδες και να παρακαλέσουμε τον Θεό να με συγχωρήσει. Και έκαναν έτσι και μετά δύο εβδομάδες είδε ο αδελφός τη Χάρη που επέστρεψε πάνω στον αδελφό του. Παρηγορήθηκαν και ευχαρίστησαν το Θεό.

 

16.            Είπε κάποιος από τους πατέρες: Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλη ομάδα ανθρώπων σαν των χριστιανών. Δεν υπάρχει επίσης άλλη τάξη σαν των μοναχών. Αλλά αυτό μόνο είναι που τους βλάπτει, το ότι ο διάβολος τους ωθεί στη μνησικακία μεταξύ τους και λένε, μου είπε και του είπα. Και ενώ έχει ο καθένας μπροστά του τις βρωμιές του, δεν τις βλέπει αυτές αλλά ασχολείται μ’ αυτά που κάνει ο πλησίον του. Και απ’ αυτό βλάπτονται πάρα πολύ.

 

17.            Ένας άγιος άνθρωπος, όταν είδε κάποιον να αμαρτάνει, δάκρυσε και είπε: Αυτός σήμερα και εγώ σίγουρα αύριο. Ακόμη κι αν πραγματικά αμαρτήσει κάποιος μπροστά σου, μην τον κρίνεις, αλλά να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό απ’ αυτόν, έστω κι αν είναι κοσμικός.

 

18.            Κάποιος αδελφός έκανε μια ερώτηση σ’ ένα άγιο γέροντας για να έχει μια βάση, ώστε να μην αμαρτάνει με το λογισμό. Ας υποθέσουμε – είπε – ότι βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και το λέω αυτό σε κάποιον άλλο και βλέπω ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά απλώς το συζητούμε. Αυτό παύει να είναι κατάκριση; Ο γέροντας είπε: Εάν μιλάς με εμπάθεια έχοντας κάτι εναντίον του, είναι κατάκριση, αν όμως είσαι ελεύθερος από πάθος, δεν είναι κατάκριση. Αλλά για να μη μεγαλώνει το κακό, η σιωπή είναι προτιμότερη.

 

19.            Ρωτήθηκε ένας γέροντας: Γιατί δεν μπορώ να κατοικήσω μαζί με άλλους αδελφούς; Κι εκείνος είπε: Γιατί δεν φοβάσαι το Θεό. Γιατί αν θυμόσουν αυτά που λέει η αγία Γραφή ότι στα Σόδομα σώθηκε ο Λωτ, επειδή δεν κατάκρινε κανένα[5], και εσύ θα έβαζες τον εαυτό σου να κατοικήσει και σε θηρία ανάμεσα.

 

20.            Είπε ένας γέροντας: Ακόμη και μπροστά σου αν σίγουρα αμαρτήσει κάποιος, μην τον κρίνεις αλλά έχε τον εαυτό σου περισσότερο αμαρτωλό απ’ αυτόν. Διότι την αμαρτία του την είδες, την μετάνοια του όμως δεν την είδες.

 

21.            Κάποιος αναχωρητής έγινε επίσκοπος. Αυτός από ευλάβεια δεν επιτιμούσε κανέναν και ανεχόταν με μακροθυμία τα σφάλματα όλων. Ο οικονόμος του λοιπόν δεν διοικούσε καλά τα πράγματα της Εκκλησίας. Και είπαν μερικοί στον επίσκοπο: Γιατί δεν επιπλήττεις τον οικονόμο που είναι τόσο αμελής στο έργο του; Ο επίσκοπος ανέβαλε την επίπληξη για την επόμενη ημέρα. Ξεκίνησαν λοιπόν την επόμενη να πάνε αυτοί που τον ξεσήκωσαν κατά του οικονόμου αλλά ο επίσκοπος το έμαθε και κρύφθηκε κάπου. Πήγαν αυτοί και δεν τον βρήκαν. Πληροφορήθηκαν όμως από τους οικείους του που ήταν κρυμμένος, τον βρήκαν και τον ρώτησαν: Γιατί κρύφθηκες; Κι εκείνος είπε: Γιατί ότι πέτυχα παρακαλώντας το Θεό 60 χρόνια, αυτά εσείς θέλετε μέσα σε 2 ημέρες να μου τα αφαιρέσετε.

 

22.            Είπε γέρων: Ας αποκτήσουμε αγάπη. Ας αποκτήσουμε συμπόνια για τον πλησίον, ώστε να αποφύγουμε τη φοβερή καταλαλιά και το να καταδικάζουμε κάποιον ή να τον εξουθενώνουμε. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είναι δικό μας μέλος, γιατί είμαστε μέλη του ιδίου σώματος, όπως λέει ο απόστολος, όλοι είμαστε ένα σώμα και ο καθένας μας είναι μέλος του σώματος στο οποίο ανήκουν και οι άλλοι ως μέλη[6]. Και όταν πάσχει ένα μέλος συμπάσχουν και τα άλλα.





[1] Ιωα. (8, 3-11)

[2] Α’ Κορ. (4, 5)

[3] Εξ. (12, 29-30)

[4] Φιλιπ. (4, 3)

[5] Γεν. (19, 1-23)

[6] Ρωμ. (12, 5)


Τετάρτη 25 Αυγούστου 2021

2. ΠΕΡΙ ΗΣΥΧΙΑΣ

 

Είπε ο αββάς Ποιμήν: Ο περισπασμός είναι αρχή κακών.

1.               Ο αββάς Αρσένιος όταν έφυγε από τον κόσμο και εντάχθηκε στο μοναχικό βίο, πάλι προσευχήθηκε λέγοντας «Κύριε οδήγησέ με πως θα σωθώ». Και άκουσε μια φωνή που του έλεγε: Αρσένιε, να φεύγεις, να σιωπάς, να ησυχάζεις, γιατί αυτές είναι οι ρίζες της αναμαρτησίας.

 

2.               Κάποτε κάποιοι γέροντες πήγαν στον αββά Αρσένιο και τον παρακάλεσαν θερμά να τους μιλήσει για τους ερημίτες μοναχούς, και μάλιστα γι’ αυτούς που δεν έχουν συναπαντήματα με άλλους ανθρώπους. Τότε ο γέροντας είπε: Όταν η παρθένος μένει στο σπίτι του πατέρα της, πολλοί ζητούν να τη μνηστευθούν, όταν όμως παντρευτεί, δεν αρέσει σε όλους. Άλλοι της βρίσκουν ψεγάδια και άλλοι την επαινούν και δεν τιμάται όπως πρώτα, όταν ήταν κρυμμένη. Το ίδιο και τα θέματα της ψυχής. Από τη στιγμή που κοινοποιούνται, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλους.

 

3.               Είπε ο αββάς Διάδοχος: Όπως ακριβώς οι πόρτες των λουτρών που ανοιγοκλείνουν συνεχώς, γρηγορότερα διώχνουν τη ζεστασιά προς τα έξω, το ίδιο και η ψυχή, όταν επιδιώκει πολύ τη συζήτηση, έστω κι αν καμιά φορά λέει ωφέλιμα πράγματα, τη θέρμη της τη διασκορπίζει από τη θύρα της φωνής. Ωφέλιμη οπωσδήποτε η σιωπή την κατάλληλη ώρα, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά γεννήτρια βαθυστόχαστων νοημάτων.

 

4.               Είπε ο αββάς Δουλάς: Εάν ο εχθρός μας πιέζει να εγκαταλείψουμε την ησυχία, μην τον ακούσουμε. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε αντίστοιχο να συμμαχήσει εναντίον του σαν την ησυχία και τη νηστεία. Αυτά τα δύο χαρίζουν οξεία όραση στα εσωτερικά μάτια. Επίσης είπε: Κόβε τις σχέσεις σου με τον πολύ κόσμο, μη σου δημιουργήσουν περισπασμό στον αγώνα σου εναντίον του εχθρού και σου διαταράξουν την τάξη της ησυχαστικής σου ζωής.

 

5.               Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ησαΐα: Πως πρέπει να ησυχάζει κανείς μέσα στο κελί; Και αποκρίθηκε ο γέροντας: Το να ησυχάζει κανείς στο κελί σημαίνει να εκθέτει συνεχώς τον εαυτό του ενώπιον του Θεού και να επιστρατεύει όλη του τη δύναμη για να αντιστέκεται σε κάθε λογισμό που σπέρνει ο εχθρός, γιατί αυτό σημαίνει αναχώρηση από τον κόσμο. Και είπε ο αδελφός: Τι είναι κόσμος; Και ο γέροντας είπε: Κόσμος είναι το να διασπάται κανείς σε πολλές και διάφορες υποθέσεις. Κόσμος είναι το να ενεργούν οι άνθρωποι τα αντίθετα προς την ανθρώπινη φύση και να ικανοποιούν τα σαρκικά τους θελήματα. Κόσμος είναι το να νομίσει κανείς ότι μένει παντοτινά στη ζωή αυτή. Κόσμος είναι να φροντίζει για το σώμα προς βλάβη της ψυχής και να καυχιέται γι’ αυτά που αφήνει πίσω του. Κι αυτά δεν τα είπα από μόνος μου, αλλά ο Ιωάννης ο απόστολος είναι που τα λέει: Μην αγαπάτε τον κόσμο μήτε όσα είναι του κόσμου[1].

 

6.               Ο αββάς Θεόδωρος της Φέρμης είπε: Ο άνθρωπος που γνώρισε τη γλυκύτητα του κελιού, αποφεύγει τον πλησίον του χωρίς αυτό να σημαίνει περιφρόνηση. Είπε πάλι: Εάν δεν ξεκόψω τον εαυτό μου από αυτά τα αισθήματα συμπάθειας, δεν θα μ’ αφήσουν να είμαι μοναχός.

 

7.               Είπε η αββάς Θεοδώρα: Καλό πράγμα είναι η ζωή της ησυχίας, ο συνετός άνθρωπος ησυχάζει αληθινά, είναι σπουδαίο να ζει τον ησύχιο βίο η μοναχή ή ο μοναχός και προπάντων οι νέοι. Να ξέρεις όμως ότι, αν κάποιος έχει την πρόθεση να ζήσει τη ζωή της ησυχίας, έρχεται αμέσως ο πονηρός και βαρύνει τη ψυχή με ακηδία, με αδιαφορία, με λογισμούς. Βαρύνει και το σώμα με αρρώστιες, με ατονία, με λύσιμο των γονάτων και όλων των μελών. Γενικά παραλύει τη δύναμη της ψυχής και του σώματος, οπότε λέει κανείς «είμαι άρρωστος και δεν μπορώ να κάνω την ακολουθία μου». Όμως αν είμαστε νηφάλιοι[2], όλα αυτά διαλύονται.

 

8.               Ένας αδελφός επισκέφθηκε στη Σκήτη τον αββά Μωυσή και του ζήτησε να του πει κάποιο λόγο. Και ο γέροντας του λέει: Πήγαινε κάθισε στο κελί σου και το κελί σου θα σου τα διδάξει όλα.

 

9.               Είπε ο αββάς Μωυσής: Ο άνθρωπος που αποφεύγει τους ανθρώπους, μοιάζει με ώριμο σταφύλι, ενώ αυτός που βρίσκεται με ανθρώπους είσαι σαν αγουρίδα.

 

10.            Είπε ο αββάς Μάρκος: Δεν είναι δυνατόν να ησυχάσει ο νους, αν δεν ησυχάσει το σώμα, ούτε να γκρεμίσει τον τοίχο που τα χωρίζει χωρίς ησυχία και προσευχή.

 

11.            Είπε ο αββάς Νείλος: Αυτός που αγαπά την ησυχία, δεν τραυματίζεται από τα βέλη του εχθρού, ενώ όταν αναμιγνύεται με πλήθος κόσμου, πληγώνεται συνεχώς. Π.χ. ο θυμός στον άνθρωπο που βρίσκεται σε ηρεμία, παρουσιάζεται ηπιότερος και η επιθυμία στη ζωή της ησυχίας συνηθίζει να ξεκινάει πιο ήρεμα και σύμφωνα με τη λογική. Αλλά και κάθε πάθος γενικά που δεν ερεθίζεται, πάει σιγά-σιγά να μετριασθεί και κατόπιν αδρανεί εντελώς, καθώς με τον καιρό λησμονεί τη συνηθισμένη του ενέργεια. Έτσι μένει σαν υπόλοιπο η ανάμνηση των γεγονότων άτονη, αφού έχει υποχωρήσει η εμπαθής διάθεση.

 

12.            Είπε μια άλλη φορά: Η ησυχία είναι ωφέλιμη γι’ αυτόν τον λόγο, γιατί δεν βλέπει αυτά που βλάπτουν. Και αυτό που δεν είναι ορατό, δεν μπαίνει στη διάνοια. Και ότι δεν σχηματίζεται στη διάνοια, δεν θέτει σε ενέργεια τη μνήμη με τη βοήθεια της φαντασίας. Και εκείνο που δεν υποκινεί  τη μνήμη, δεν ερεθίζει το πάθος. Ενόσω δεν υποκινείται το πάθος, ο εσωτερικός κόσμος έχει βαθιά γαλήνη και πολλή ειρήνη.

 

13.            Είπε ο αββάς Ποιμήν: Ο περισπασμός είναι αρχή κακών.

 

14.    Είπε πάλι: Αν αγαπάς τη σιωπή, θα έχεις ανάπαυση, σε όποιον τόπο και αν κατοικήσεις.

 

15.          Είπε κάποιος από τους αγίους ότι είναι αδύνατο στον άνθρωπο, εφόσον απολαμβάνει τη γλυκύτητα του κόσμου, να έχει και τη γλυκύτητα του Θεού. Επίσης αν γευθεί τη γλυκύτητα του Θεού, μισεί τον κόσμο, όπως λέει η αγία Γραφή: Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους[3]. Κι εμείς εφόσον θέλουμε τη συναναστροφή των ανθρώπων και τη σωματική ανάπαυση, δεν μπορούμε ν’ απολαύσουμε τη γλυκύτητα του Θεού. Θέλω να πω το εξής, εάν κάποιος μείνει στο κελί του και ασκήσει τη σιωπή δοσμένος ολόψυχα στην προσευχή και στην εργασία του, μπορεί να επιτύχει τη σωτηρία του στη ζωή αυτή.

 

16.            Είπε η αμμάς Συγκλητική: Πολλοί αν και μένουν στο όρος, κάνουν αυτά που κάνουν και οι άνθρωποι των πόλεων γι’ αυτό και χάνονται. Γιατί είναι δυνατόν κάποιος να ζει με πολλούς, αλλά να μονάζει ως προς την εσωτερική διάθεση και άλλος να μένει μόνος, αλλά με τη σκέψη να ζει με πολλούς.

 

17.            Είπε κάποιος γέροντας: Ο μοναχός οφείλει να αγοράσει την ησυχία για τον εαυτό του με την απόφαση να αψηφήσει και τη σωματική ζημιά ακόμη, εάν συμβεί.

 

18.            Διηγήθηκε κάποιος ότι τρεις φιλόπονοι άνθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, έγιναν μοναχοί. Ο 1ος διάλεξε σαν έργο του να ειρηνεύει τους ανθρώπους, ποτ είχαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Ευαγγελικό λόγο: Μακάριοι οι ειρηνοποιοί. Ο 2ος να επισκέπτεται τους αρρώστους και ο 3ος έφυγε για να ησυχάσει στην έρημο. 

Ο πρώτος λοιπόν, αν και κόπιασε για να σταματήσει τις διαμάχες των ανθρώπων, δεν μπόρεσε να τους θεραπεύσει όλους και, επειδή έπεσε σε ακηδία, πήγε σ’ αυτόν που υπηρετούσε τους αρρώστους και τον βρήκε κι αυτόν να παραμελεί το έργο του, καθώς δεν επαρκούσε να εφαρμόσει πλήρως την εντολή. 

 Συμφώνησαν λοιπόν και οι δύο και πήγαν αν δουν τον ερημίτη. Του εξέθεσαν τη θλίψη τους και παρακάλεσαν να τους πει τι κατόρθωσε αυτός. Εκείνος, αφού έμεινε αμίλητος για λίγο, έριξε κατόπιν νερό στη λεκάνη και τους λέει: Προσέξτε το νερό. Ήταν βέβαια ταραγμένο. Και μετά από λίγο τους λέει: Προσέξτε και τώρα πως έγινε το νερό. Και μόλις πρόσεξαν το νερό, βλέπουν σαν καθρέπτη τα πρόσωπά τους. Τους λέει λοιπόν τότε: Έτσι είναι κι αυτό που ζει ανάμεσα σε ανθρώπους. Εξαιτίας της ταραχής δεν βλέπει τα σφάλματά του. Όταν όμως ησυχάσει και προπαντός στην έρημο, τότε βλέπει τα ελαττώματα του εαυτού του.

 

19.            Είπε ένα γέροντας: Όπως ακριβώς σ’ ένα δρόμο, όπου πηγαινοέρχονται πολλοί πεζοί, ποτέ δεν φυτρώνει χορτάρι ούτε κι αν το σπείρεις, γιατί πατιέται το χώμα, έτσι συμβαίνει και με μας. Παραιτήσου από κάθε φροντίδα και θα δεις να φυτρώνουν αυτά, που δεν γνώριζες ότι βρίσκονταν μέσα σου, επειδή πάνω σ’ αυτά περιπατούσες.

 

20.            Κάποιος αδελφός ρώτησε έναν γέροντα: Αββά, είναι καλό να κατοικήσει κανείς στην έρημο; Και ο γέροντας αποκρίθηκε: Οι Ισραηλίτες όταν απαλλάχτηκαν από την περιπέτεια της ερήμου και έμειναν σε σκηνές, τότε τους δόθηκε η γνώση πώς να ευλαβούνται το Θεό. Τα εμπορικά καράβια μένουν άπρακτα, καθώς ταλαιπωρούνται μέσα στη θάλασσα, όταν όμως μπουν στο λιμάνι, τότε διεξάγουν το εμπόριο τους. Και ο άνθρωπος, αν δεν παραμείνει υπομονετικά σ’ ένα τόπο, δεν θα φθάσει στη βαθιά κατανόηση της αλήθειας. Άλλωστε ο Θεός πάνω από όλες τις αρετές την ησυχία έβαλε. Γιατί λέει η αγία Γραφή: Σε ποιον θα στρέψω στοργικά το βλέμμα μου παρά στον άνθρωπο τον πράο και ήσυχο, που τρέμει τους λόγους μου[4]; Είπε πάλι ο αδελφός: Πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να ζήσει ως ερημίτης; Και ο γέρων απάντησε: Ο αθλητής αν δεν πυγμαχήσει με πολλούς, δεν μπορεί να μάθει τη τέχνη να νικά, ώστε να μπορέσει έτσι τελικά να μονομαχήσει με τον αντίπαλό του. Το ίδιο και ο μοναχός, εάν δεν εκπαιδευθεί μαζί με άλλους αδελφούς και δεν μάθει την τέχνη των λογισμών, δεν μπορεί να εγκαταβιώσει μόνος και ν’ αντισταθεί στους λογισμούς.

 

21.            Μας διηγήθηκε ένας γέροντας: Ο γέροντας μου στη ζωή του αγαπούσε να πηγαίνει στις πιο απόμακρες ερήμους κι εκεί να ησυχάζει. Μια φορά λοιπόν του λέω: Αββά, γιατί έτσι φεύγεις στις ερήμους; Σου το λέω αυτό γιατί αυτός που παραμένει στον κόσμο και για την αγάπη του Θεού βλέπει αλλά κάνει πως δεν βλέπει, αυτός έχει μεγαλύτερο μισθό. Και μου απαντά ο γέροντας: Άκουσε με παιδί μου, ο άνθρωπος, έως ότου έρθει στα μέτρα του Μωυσέως και γίνει υιός του Θεού, δεν ωφελείται από τον κόσμο. Εγώ είμαι τέκνο του Αδάμ και όπως ο πατέρας μου, μόλις δω τον καρπό της αμαρτίας, αμέσως τον επιθυμώ, τον παίρνω και τρώγοντάς τον πεθαίνω. Γι’ αυτό οι πατέρες μας κατέφυγαν στις ερήμους κι εκεί, μη βρίσκοντας τροφές που γεννούν τα πάθη, θανάτωσαν την κοιλιοδουλία.

 

22.            Ένα γέροντας είπε: Εκείνος που αμάρτησε στον Θεό, οφείλει να ξεκόψει τον εαυτό του από κάθε ανθρώπινη αγάπη, έως ότου πληροφορηθεί ότι ο Θεός έγινε φίλος του. Γιατί η αγάπη των ανθρώπων μας εμποδίζει από την αγάπη του Θεού.

 

23.            Κάποιον αδελφό που έμενε στο όρος, τον πλησίασε ένας από τους γέροντες της Λαύρας του Καλαμώνα και του λέει: Αδελφέ, πες μου τι κατόρθωσες μέσα σε τόσο χρονικό διάστημα που ησυχάζεις και ασκείσαι; Και του απαντά ο αδελφός: Πήγαινε και έλα ύστερα από 10 ημέρες και θα σου πω. Ο γέροντας έφυγε και γύρισε μετά τη 10η μέρα, όμως βρήκε τον αδελφό νεκρό και σε ένα κεραμίδι γραμμένο: Συγχώρεσε με πάτερ, ουδέποτε άφησα το νου μου στη γη, κάνοντας τον κανόνα μου.

 

24.            Είπε πάλι: Παιδιά μου, εάν θέλετε να σωθείτε, να αποφεύγετε τους ανθρώπους. Εμείς σήμερα δεν σταματάμε να χτυπάμε κάθε αρχοντικού την πόρτα και να φέρνουμε γύρους σ’ όλες τις πόλεις και τους αγρούς μήπως και μπορέσουμε να κάνουμε προμήθειες για τη φιλαργυρία με την κενοδοξία μας και γεμίσουμε τις ψυχές μας με ματαιότητα. Είπε πάλι: Λοιπόν παιδιά μου, ας φύγουμε γιατί ο Κύριος είναι εγγύς[5].

 

25.            Κάποιος αδελφός ρώτησε ένα γέροντα: Τι είναι ησυχία και σε τι ωφελεί; Κι ο γέροντας του είπε: Ησυχία είναι το να μένεις στο κελί σου με επίγνωση και φόβο Θεού, αμκριά από τη μνησικακία και την υψηλοφροσύνη. Μια τέτοια ησυχία γεννά όλες τις αρετές και προστατεύει τον μοναχό από τα πυρωμένα βέλη του εχθρού και δεν τον αφήνει να πληγώνεται απ’ αυτόν.

 

Ω ησυχία, προκοπή των μοναχών

Ω ησυχία σκάλα, που οδηγείς στον ουρανό

Ω ησυχία, δρόμος που βγάζεις στη Βασιλεία των Ουρανών

Ω ησυχία, μητέρα της κατάνυξης

Ω ησυχία, που προξενείς μετάνοια

Ω ησυχία, που είσαι καθρέπτης των αμαρτιών και δείχνεις στον άνθρωπο τα αμαρτήματά του

Ω ησυχία, που δεν βάζεις εμπόδιο στα δάκρυα και τους στεναγμούς

Ω ησυχία, που λαμπρύνεις τη ψυχή

Ω ησυχία, που γεννάς την πραότητα και συγκατοικείς με την ταπείνωση

Ω ησυχία, που εξασφαλίζεις μόνιμη την ειρήνη στον άνθρωπο

Ω ησυχία, που είσαι αγγέλων σύντροφος

Ω ησυχία, που φωταγωγείς τον νου

Ω ησυχία, αχώριστα δεμένη με φόβο Θεού, φρουρός των λογισμών, συνεργός διακρίσεως

Ω ησυχία, γεννήτρια κάθε καλού, βάση και θεμέλιο της νηστείας, χαλινάρι της γλώσσας, κώλυμα γαστριμαργίας

Ω ησυχία, σχολή προσευχής και μελέτης

Ω ησυχία, γαλήνη λογισμών και απάνεμο λιμάνι

Ω ησυχία, που κάμπτεις τον Θεό με τις ικεσίες σου

Ω ησυχία, που είσαι όπλο των νέων, γιατί παρέχεις φρόνημα αμετάτρεπτο και εξασφαλίζεις την αταραξία σ’ όσους επιθυμούν να παραμένουν στο κελί τους

Ω ησυχία, ζυγός χρηστός και φορτίο ελαφρό που αναπαύεις και εξυψώνεις αυτόν που σε κρατάει στα χέρια του

Ω ησυχία, αγαλλίαση της ψυχής και της καρδιάς

Ω ησυχία, που μεριμνάς τα εαυτής απερίσπαστη και συνομιλείς με το Χριστό έχοντας αδιάκοπη τη μνήμη του θανάτου

Ω ησυχία, χαλινάρι ματιών ακοής και γλώσσας

Ω ησυχία, που νύκτα και μέρα αναμένεις τον Κύριο και διατηρείς άσβεστη τη λαμπάδα, γιατί Αυτόν ποθείς και ακατάπαυστα ψάλλεις: Είναι έτοιμη η καρδία μου, Θεέ μου, είναι έτοιμη[6]

Ω ησυχία, που εξαφανίζεις την αλαζονεία και αντί γέλιου κατεργάζεσαι τα δάκρυα σ’ αυτόν που σε έχει κατακτήσει

Ω ησυχία, που πολεμάς την αναίδεια και μισείς την παρρησία αναμένοντας τον Χριστό

Ω ησυχία, μητέρα της ευλάβειας

Ω ησυχία, δεσμωτήριο παθών

Ω ησυχία, κτήμα του Χριστού που παράγει καρπούς αγαθούς

 

Ναι αδελφέ μου, αυτή κάνε κτήμα σου, διατηρώντας παντοτινά στη μνήμη σου τον θάνατο, γιατί δεν γνωρίζεις ποια ώρα έρχεται ο κλέφτης[7]. Έχε λοιπόν άγρυπνη φροντίδα για την ψυχή σου.







[1] Α΄ Ιωα. (2, 15)

[2] Νηφάλιοι: Αυτός που βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση.

[3] Ματθ. (6, 24)

[4] Ησ. (66, 2)

[5] Φιλ. (4, 5 – 6)

[6] Ψαλ. (56, 8)

[7] Ματθ. (24, 42-44) & Λουκ. (12, 39-40)